Προκειμένου να μη χάσουν οι Γερμανοί και οι Αμερικανοί που είχαν επενδύσει στις υπό κατάρρευση ιρλανδικές τράπεζες, η χώρα «σώθηκε» με το στανιό αλλά πλήρωσαν το μάρμαρο οι πολίτες της
Σε ωμό εκβιασμό είχε καταφύγει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και ο πρώην πρόεδρός της, Ζαν-Κλοντ Τρισέ, τον Νοέμβριο του 2010, προκειμένου να εξαναγκαστεί η Ιρλανδία σε μνημόνιο.
Οι «Irish Times» έφεραν χθες στη δημοσιότητα απόρρητη επιστολή που είχε στείλει ο Τρισέ προς τον πρώην υπουργό Οικονομικών της Ιρλανδίας, Μπράιαν Λένιχαν, στις 19 Νοεμβρίου του 2010. Δύο ημέρες δηλαδή προτού υποβληθεί επίσημα από το Δουβλίνο αίτημα διάσωσης (από Ε.Ε. και ΔΝΤ), κόστους που έφτασε τα 85 δισ. ευρώ.
Σε αυτήν την επιστολή, ο Ευρωπαίος κεντρικός τραπεζίτης προειδοποιούσε τον Ιρλανδό υπουργό ότι η ΕΚΤ δεν προτίθεται να ανανεώσει την επείγουσα χορήγηση ρευστότητας προς το τραπεζικό σύστημα της χώρας, αν η κυβέρνησή του δεν υποβάλει άμεσα στο συμβούλιο υπουργών Οικονομικών της ευρωζώνης (Εurogroup) αίτημα οικονομικής στήριξης. «Η θέση του διοικητικού συμβουλίου της ΕΚΤ είναι ότι μόνο αν λάβουμε γραπτώς μια δέσμευση από την ιρλανδική κυβέρνηση… στα παρακάτω 4 σημεία μπορούμε να εγκρίνουμε περαιτέρω προβλέψεις του ELA στα ιρλανδικά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα», έγραψε ο Τρισέ στον Λένιχαν. Μέσω αυτών των 4 σημείων, η ΕΚΤ απαίτησε το ιρλανδικό αίτημα οικονομικής βοήθειας να περιέχει τη ρητή δέσμευση του Δουβλίνου για περικοπές στον προϋπολογισμό και δημοσιονομική εξυγίανση, διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και αναδιάρθρωση του χρηματοπιστωτικού τομέα. Ακόμη, προβλέψεις για τα κεφάλαια που απαιτούνται για την αναδιάρθρωση του τραπεζικού κλάδου και εγγυήσεις από την ιρλανδική κυβέρνηση για την αποπληρωμή του ΕLA.
Ο ELA αποτελούσε ένα σχήμα επείγουσας χρηματοδότησης προς τις τράπεζες της ευρωζώνης που δεν ήταν σε θέση να αντλήσουν κανονικά κεφάλαια από το σύστημα χορηγήσεων της ΕΚΤ. Αν η χρηματοδότηση αυτή σταματούσε, επί της ουσίας οι ιρλανδικές τράπεζες θα ήταν «νεκρές», θα έβαζαν λουκέτο.
Δύο ημέρες μετά την επιστολή Τρισέ, η ιρλανδική κυβέρνηση υπέβαλε επίσημα το αίτημα οικονομικής στήριξης.
Ομως η μοίρα της Ιρλανδίας είχε προδιαγραφεί αρκετά νωρίτερα όταν έγινε αντιληπτό ότι τα τεράστια ανοίγματα των τραπεζών της την «εποχή της φούσκας» ήταν αδύνατον να καλυφθούν. Το φθινόπωρο του 2010 η διάσωσή της ήταν ήδη καθ’ οδόν. Καθοριστική στιγμή ήταν η σύνοδος κορυφής της Ντοβίλ στα τέλη Οκτωβρίου, όταν αποφασίστηκαν το σχέδιο δράσης για την ενίσχυση της κοινής δημοσιονομικής πειθαρχίας, η επιτήρηση και οι κυρώσεις. Μέρκελ και Σαρκοζί συναίνεσαν ότι η προστασία επενδυτών σε κρατικά ομόλογα ενδεχομένως να μην είναι αναγκαία και ότι στο κόστος διάσωσης μιας χώρας πρέπει να συμμετέχουν. Οι κερδοσκόποι άδραξαν την ευκαιρία, οι αποδόσεις των ιρλανδικών τίτλων εκτοξεύτηκαν και οι αναλήψεις από τις ιρλανδικές τράπεζες επιταχύνθηκαν. Μαζί και οι πιέσεις από κυβερνήσεις της Ε.Ε. και του υπόλοιπου κόσμου.
Η Ιρλανδία «σώθηκε» τελικά και τα υπό πτώχευση τραπεζικά ιδρύματά της κρατήθηκαν ζωντανά. Και ο λόγος, όπως και στην περίπτωση της Ελλάδας, ήταν ο ίδιος: να μη φορτωθούν με ζημιές οι Γερμανοί και οι Αμερικανοί επενδυτές που είχαν θέσεις σε αυτά. Ο τότε υπουργός Οικονομικών, Τίμοθι Γκάιτνερ, είχε επιμείνει ότι πάση θυσία οι υψηλής διαβάθμισης ομολογιούχοι των ιρλανδικών τραπεζών δεν θα πρέπει να «καούν». Και δεν κάηκαν. Κάηκε όμως ο ιρλανδικός λαός, που εξαναγκάστηκε σε τρία χρόνια αυστηρής λιτότητας, μείωση των μισθών, περικοπές των δημόσιων δαπανών, αύξηση της φορολογίας, φτώχεια και εξαθλίωση, που οδήγησαν αρκετούς στη μετανάστευση.
Μετά τη χθεσινή αποκάλυψη των «Irish Times», η ΕΚΤ έδωσε στη δημοσιότητα την εν λόγω επιστολή όπως και ακόμη τρεις που ανταλλάχθηκαν με το ιρλανδικό υπουργείο Οικονομικών εκείνη την περίοδο. Ο σημερινός πρόεδρος της ΕΚΤ, Μάριο Ντράγκι, επέμεινε ότι η τράπεζα δεν υποχρέωσε την Ιρλανδία σε διάσωση και ότι η απόφαση ελήφθη από την κυβέρνηση της χώρας. Η δημοσιοποίηση των επιστολών καίει όμως τον Τρισέ και το ζητούμενο είναι: γιατί τώρα;
