Οι «Ψηφίδες της πόλης» είναι μια βόλτα δύο φίλων, του συγγραφέα Χρήστου Αγγελάκου και του φωτογράφου Βασίλη Μαθιουδάκη, σε πρόσωπα που τους εμπνέουν και στις προσωπικές τους στιγμές στο αθηναϊκό περιβάλλον.
Μια προσπάθεια να δοθεί πρόσωπο στην απρόσωπη πόλη. Η βόλτα γίνεται μ’ ένα παλιό τζιπάκι, που τα παράθυρά του ανοίγουν με χερούλια και δεν έχει κλιματισμό.
Ζέστη στη ζέστη, κρύο στο κρύο, οι πιο άβολες προϋποθέσεις φτιάχνουν το καλύτερο ταξίδι.
Φτάνει ο δρόμος να είναι καλός.
Τη Χριστίνα Μαξούρη πρωτοείδα στις «Παραλογές» του Καλαβριανού, στο θέατρο «Πορεία».
Αρχισε να τραγουδάει και κοιταχτήκαμε με τον κολλητό μου. Πώς έσκασε αυτή η Μπέλλου στη σκηνή;
Ενα ροκάκι με φωνή ρεμπέτισσας. Είπε α καπέλα τον «Γυρισμό» του Παπαϊωάννου κι από τότε μου τον κάρφωσε στο μυαλό.
Την έχω δει σε παραστάσεις του Παπαβασιλείου και του Καραθάνου. Κρατάει σαφές το περίγραμμα της ερμηνείας, βαθαίνοντας παράλληλα στον ρόλο.
Στο «Χαμάμ» με παρέσυρε με τα τραγούδια της σε μια ευφορία που δεν της έλειπε ο καημός.
Διάλεξε να φωτογραφηθεί σε μια στοά της Μπενάκη. Στην Κασετεμπορική. Εκεί που έκανε τις εφηβικές της εγγραφές.
● Πόσο ήσουν όταν πήγαινες στην Κασετεμπορική;
16-17 χρονώ. Πήγαινα καμιά δεκαετία συχνά. Επαιρνα δεκάδες άγραφα cd για να τα γράψω.
● Τι έγραφες;
Από «Το μουσικό κουτί» της Τσανακλίδου, τα «13 μελοποιημένα ποιήματα του Καρυωτάκη» της Πλάτωνος, κι όλα του Σαββόπουλου.
Αυτά είναι τα πρώτα που θυμάμαι. Εχω κλασική μουσική, κομμάτια του Πιοβάνι και όλο τον Ρότα απ’ τις ταινίες του Φελίνι.
● Τι εκπομπές άκουγες τότε;
Θυμάμαι της Γιώτας Κοτσέτα και της Ρηνιώς Παπανικόλα, αλλά μικρότερη. Και τον Λιάβα.
● Το πάθος σου για τη μουσική βγήκε από τις εγγραφές;
Ηταν μια έκφρασή του.
● Εχεις κάνει ερωτική εξομολόγηση μ’ ένα cd σε κάποιο αγόρι στην εφηβεία;
Δεν είχα υπομονή. Αυτά τα έκανα λάιβ κατευθείαν σ’ ένα διάλειμμα.
● Τώρα σ’ είδα, τώρα στάσου…
«Μ’ αρέσεις πολύ, θέλεις να τα φτιάξουμε;». Τέτοια.
● Σοκ ο άλλος;
Βέβαια σοκ… Μην κοιτάς τώρα που οι γυναίκες κάνουνε ντου. Στα 15 δεν το κάνεις εύκολα.
● Εχεις φάει χυλόπιτα;
Πώς δεν έχω φάει; Αλλά τις περισσότερες τις τρώω μεγαλώνοντας.
● Τι δίσκους είχατε στο σπίτι;
Εννοείται το «Φορτηγό», τον «Μεγάλο Ερωτικό», το «Αξιον Εστίν», τη «Λιλιπούπολη».
● Μεγάλωσες με το Χοντρό Μπιζέλι;
Με όλα. Ακόμα και τα ορχηστρικά τραγουδούσα. Εφτιαξαν μια άλλη παιδικότητα.
● Αλλη φαντασία;
Σαν μια μετασχηματισμένη πραγματικότητα.
● Τα παιδικά σου καλοκαίρια στο Πόρτο Ράφτη;
Αυτά με δένουν με την παιδική μου ηλικία. Ούτε θέλω ούτε μπορώ να την αποχωριστώ.
● Την έζησες καλά;
Ευτυχία, όχι απλώς καλά.
● Αρα είναι η δύναμή σου;
Το οξυγόνο μου, το Είναι μου, το καταφύγιό μου.
Μεγαλώνοντας καταλαβαίνω πως οι πιο συνεπείς και ειλικρινείς συνειδητοποιήσεις γίνονται στα μικράτα μας.
● Παίζει ρόλο και η αθωότητα; Τα πράγματα χωρίς δεύτερη σκέψη, χωρίς απώτερο σκοπό.
Αν θυμηθώ το τι με πίκραινε παιδί, τι με θύμωνε και μου έδινε χαρά, καταλαβαίνω ότι τα ίδια ισχύουν και τώρα.
Αλλάζουν μόνο η επεξεργασία του μυαλού, το φρένο που μπορεί να βάλω και η σιωπή που κρατάω ή και το αντίστροφο.
Στην παιδική ηλικία δεν έχεις την αγωνία να κάνεις καλή εντύπωση, ούτε καν στους δικούς σου.
Αυτό το πράγμα είναι μεγάλο βάσανο. Γίνεται έμμονη ιδέα.
● Πες μου για τις εγγραφές στις κασέτες και στα cd.
Συρτάρια είναι που βάζεις μέσα θησαυρούς. Αυτά τα μικρά, τα πλαστικά, τα άψυχα αντικείμενα περιέχουν κόσμους που θα μεταφερθούν και θα μεταδοθούν.
● Τα ρεμπέτικα ακούγονταν στο σπίτι σας;
Καθόλου, ποτέ.
● Είναι δική σου ανακάλυψη;
Μια σχέση που ξεκίνησε ως δουλειά. Ξεκινήσαμε δειλά με τον Παναγιώτη Τσεβά, στο ακορντεόν, και τον Κώστα Νικολόπουλο, στην κιθάρα, να παίζουμε κάτι Δευτέρες το 2000 στις «Μουσικές Σκιές» στο Παγκράτι.
● Εσύ τραγουδούσες ήδη;
Τραγουδούσα από πάντα, δεν ήξερα πώς το τραγούδι μου μπορεί να με συνδέει με κάτι μεγαλύτερο στη συνέχεια.
Δεν είχα τέτοια φιλοδοξία ή εικόνα των πραγμάτων. Απλώς το ανέπνεα, συνέβαινε.
● Ακουγες ένα τραγούδι και το τραγουδούσες;
Ναι, διάβαζα πάντα με μουσική. Μικρή με λέγανε τζουκ μποξ. Μου δίνανε μια λέξη, φεγγάρι ή τραπέζι, ας πούμε, και ήξερα τα τραγούδια.
Οπότε κάποια στιγμή πήγα στη χορωδία στο Μαρκόπουλο και τραγουδούσα, όχι σαν κάτι ιδιαίτερο, αλλά μου έδινε χαρά και το έκανα και πολύ σοβαρά.
Μετά πήρα σε μια σχολική γιορτή ένα σόλο, «Τα κλεφτόπουλα», κι είχα ένα αίσθημα ευφορίας σαν να ξεχώριζα κάπως…
● Δεν ήταν συνειδητό;
Καθόλου. Ξεκινούσα το τραγούδι και γινότανε μόνο του. Δεν είχα τη φιλοδοξία να ανέβω σε καμιά σκηνή.
● Και βγαίνεις και λες «Τα κλεφτόπουλα»…
Και μου άρεσε. Αισθάνθηκα ξαφνικά μια δύναμη, ένα φως.
● Να ξαναπάμε στα ρεμπέτικα;
Σιγά σιγά ξεκίνησε ο τεράστιος έρωτας με τη μουσική τους, τα λόγια και τις γυναικείες ερμηνείες.
● Ποια σ’ αρέσει;
Η Χασκίλ. Την αγαπώ πολύ.
● Κι εγώ το ίδιο. Ροκ άκουγες;
Τους Nirvana που είναι πιο pop. ΙNXS, Simply Red και Duran Duran παλαιότερα. Ηταν η περίοδος των βιντεοκλίπ.
Θαύμαζα τον Μάικλ Τζάκσον και τον Τζορτζ Μάικλ, αλλά δεν με δονούσε η μουσική τους.
Ο κορυφαίος μου ήταν ο Φρέντι Μέρκιουρι, τον έβλεπα κι έλεγα «από πού ήρθες εσύ, Παναγιά μου;».
● Ο ελληνικός στίχος σε δένει περισσότερο με το αίσθημα του τραγουδιού;
Δεν μπορώ να συνδεθώ αλλιώς. Εκτός αν μου πεις για τη Νίνα Σιμόν, είναι ολόκληρος κόσμος αυτή. Η ίδια η ύπαρξη.
● Πότε μπήκε το θέατρο στη ζωή σου;
Στα 15 μου περίπου. Το θέατρο μπήκε λίγο πιο δυναμικά.
Ηταν αυτό που θέλησα να κάνω επάγγελμα μ’ έναν τρόπο, παρ’ όλο που τραγουδούσα από πάντα.
Αλλά τώρα το συνειδητοποιώ. Τότε δεν είπα «θέλω να γίνω τραγουδίστρια», ενώ είπα «θέλω να γίνω ηθοποιός».
● Πώς το είπες; Από τι;
Εκεί στο Μαρκόπουλο δημιουργήθηκε μια ομάδα στο σχολείο.
Την έφτιαξαν για ν’ ανεβάζουν παραστάσεις και να μαζέψουν λεφτά για την πενταήμερη.
Ούτε θυμάμαι πια τον ρόλο, αλλά είχα πάθει ταραχή.
Ητανε μια τεράστια δύναμη που μ’ έσπρωχνε προς τα κει, ανεξήγητα. Ετσι έγινε, από μια επιθυμία βαθιά.
● Σήμερα εξακολουθείς να παίζεις και να τραγουδάς. Πού συναντιούνται μέσα σου το θέατρο και η μουσική;
Και με τα δύο απευθύνομαι και απευθύνω κάτι. Και φυσικά στη σκηνή, έχεις έναν σκηνικό χώρο.
Μέσα μου είναι σαν ξέφωτο κάθε φορά.
● Τι ξέφωτο;
Είναι ο εσωτερικός μου χώρος, όπου προσπαθούν να ισορροπήσουν τα πράγματα.
Και σκοτεινιάζουν. Και τα δύο.
● Από τι; Από το αίσθημα, από το θεατρικό κείμενο, από το τραγούδι που τραγουδάς;
Σκοτεινιάζουν και φωτίζονται από τη στιγμή που συμβαίνει το κάθε τι.
● Πώς νιώθεις εκείνη τη στιγμή;
Ερχομαι αντιμέτωπη με τον εαυτό μου, τις αδυναμίες, τις επιθυμίες, τις αναμνήσεις μου.
Με το τι μπορώ, τι θέλω, με τα εκφραστικά μου μέσα. Και κυρίως με τις ανάγκες μου.
Μπαίνω καθημερινά σε μια αναμέτρηση που είναι αποκαλυπτική. Εθιστική αλλά και βασανιστική ώρες ώρες.
Γιατί ενώ αποζητάω μια ησυχία, δεν τη βρίσκω.
● Τι σε τσιγκλάει;
Που ξέρω ότι υπάρχουν πάντα περιθώρια βελτίωσης εαυτού. Οι άνθρωποι είμαστε φτιαγμένοι για να προχωράμε.
● Αρα δεν λες ποτέ «αυτό είναι».
Σε καμιά περίπτωση. Πρέπει να είσαι πολύ ανόητος. Εχεις μόνο μια παροδική ησυχία, που εγώ προσωπικά τη χρειάζομαι για να είμαι δοτική.
● Κι από κάτω κοχλάζει το πράγμα;
Κοχλάζει, λέει… Απλώς κατά περιόδους γίνεται κάτι πολύ αυτοαναφορικό και πρέπει να σταματάει εκεί.
Εγώ πώς το έχω δει και το ’χω βιώσει; Δεν μπορεί να είναι το θέμα σου ο εαυτός σου. Και τώρα με τα «Δανεικά Παπούτσια» το έζησα αυτό.
Από την επιλογή των τραγουδιών, των συνεργατών, των χώρων, το όποιο στήσιμο, σε τι σειρά θα μπουν τα τραγούδια, πώς, τι θα κάνω, τι θα πω.
Ενα μεγάλο καλάθι και είπα κάποια στιγμή «απλώς δεν γίνεται».
● Το σήκωσες μόνη σου;
Από ένα σημείο και μετά, και δεν ήταν καλό.
● Εχω την εντύπωση, από τις μουσικές σου και τις θεατρικές σου παραστάσεις, ότι σ’ αρέσει να μετατρέπεις το Εγώ σε Εμείς. Στο Κέντρο Ελέγχου Τηλεοράσεων, κάθισες στο μωσαϊκό κι έγινες κομμάτι του κόσμου. Λες και κουβαλούσες τον παιδικό σου κόσμο. Ενα Εμείς δεν είναι κι αυτός;
Ναι, κι έχει να κάνει με το γεγονός ότι μεγάλωσα με παρέα. Ενώ είχα τις μοναξιές μου ως παιδί, απομονωνόμουν, αλλά με θυμάμαι και με κόσμο.
Ισως γι’ αυτό τα «Δανεικά Παπούτσια» να έχουν αυτή τη φύση της μοιρασιάς.
● Τι είναι για σένα ένα καλό τραγούδι όταν το πρωτακούς;
Κάτι που ανοίγει μια ρωγμή για να μπει φως. Η φυσική στιγμή που έχει μεγεθυνθεί κι έχει κάτι τρωτό.
Σου μιλάω για ένα τοπίο ψυχικό και συναισθηματικό. Οπου δεν υπάρχουν μόνο καλά τραγούδια, τακτοποιημένα με μια καλλιέπεια κολονάτη.
Συνήθως με αγγίζει ό,τι έχει λίγο καημό παραπάνω.
● Μια ραγισματιά;
Για να μπορώ ν’ ακουμπήσω.
● Θα μπορούσες να πεις ένα τραγούδι της Σακελλαρίου;
Εννοείται. Μα η Ρίτα είναι ντόμπρα σαν τα ρεμπέτικα.
● Πότε τα τραγούδια δεν είναι ντόμπρα;
Οταν τα περνάει μια λαδομπογιά.
● Συνδέεις τους έρωτες με τα τραγούδια; Τι μένει ατραγούδιστο;
Ισως να τα συνδέω γιατί τα τραγούδια σε πληγώνουν κι από μόνα τους.
● Και σε γιατρεύουν ταυτόχρονα;
Είναι το μαχαίρι το δίκοπο. Μου έχει τύχει ν’ ακούσω ένα τραγούδι που να με τρελαίνει και να πω «ρε γαμώτο, γιατί να μην είμαι ερωτευμένη;».
● Η θεατρική ομάδα είναι βασική για σένα;
Παντού, όχι μόνο στο θέατρο. Μπορεί να σχηματιστεί κοινότητα, μια οικογένεια, ένα Μαζί. Που να προχωράει και να αναπνέει με άλλο ρυθμό.
● Με τον Καραθάνο έχεις δουλέψει στην «Γκόλφω». Φτιάχνει κι αυτός ομαδικό πνεύμα;
Ο Νίκος δεν μπορεί αλλιώς. Αυτό είναι το απαραίτητο συστατικό του, το αναπόσπαστο.
Ο τρόπος του είναι να φτιάχνει ομάδες με ατομικότητες που να δίνουν άλλη διάσταση στην παράσταση και να την ολοκληρώνουν.
● Σκηνοθέτες, όπως ο Καραθάνος και ο Καλαβριανός, σε οδηγούν να ανακαλύψεις τη δική σου αλήθεια μέσα από έναν ρόλο;
Σου επιβάλλουν να μην μπορείς να κάνεις αλλιώς. Συμβαίνει μόνο του.
Είναι άνθρωποι της ίδιας ιδιοσυγκρασίας. Κι εσύ βγάζεις το καλύτερό σου και γι’ αυτούς.
Γίνεται οικογενειακή η υπόθεση. Θες να την υποστηρίξεις με το αίμα σου.
Και στις «Παραλογές» συνέβη το ίδιο και στην «Γκόλφω».
● Είναι απαραίτητο να κοιτάξεις προς τα μέσα για ν’ απευθυνθείς προς τα έξω;
Μόνο αυτό ορίζει τον τρόπο που θα μιλήσεις. Βουτάς βαθιά για να ξαναβγείς στο φως. Ή να το προσπαθήσεις τουλάχιστον. Γιατί παίζουν ρόλο και οι δαίμονές σου. Και είναι πολλοί.
● Πες μου λίγο για την ομάδα Sforaris και για τον Γιάννη Καλαβριανό. Συνδέεσαι μαζί της από τις «Παραλογές»;
Λοιπόν, οι «Παραλογές» ανέβηκαν αρχικά χωρίς εμένα.
Αντικατέστησα την Κίκα Γεωργίου, με την οποία είμαστε κολλητές.
Ο Γιάννης με πήρε για το Φεστιβάλ Αθηνών αλλά και τις υπόλοιπες παραστάσεις. Κι έτσι γίναμε πέντε οι κοπέλες…
● Πες μου λίγο για το κλίμα στη Sforaris. Υπάρχει χαρά στη συνδημιουργία;
Και πολλή χαρά, πολλή αγάπη, πολύ γέλιο και πολλά νεύρα κατά καιρούς.
Ολο και γίνονται νέες ζυμώσεις. Ο Γιάννης είναι πια αδερφός μου.
● Θέλω να μιλήσουμε για το καινούργιο σου cd. Nα ξεκινήσουμε από τον τίτλο;
«Το άσπρο μαμά νοσταλγώ». Είναι ένας στίχος πολύ χαρακτηριστικός.
● Το φτιάχνεις με τον Αγγελο Τριανταφύλλου στη μουσική και την Ελένη Φωτάκη στους στίχους. Πες μου για τον Αγγελο κατ’ αρχάς.
Κοίτα, είμαι θαυμάστριά του. Ας ξεκινήσουμε από κει.
Ο Αγγελος ήρθε στις «Παραλογές» στο Bios, εκεί γνωριστήκαμε πριν από την «Γκόλφω». Αγαπηθήκαμε.
Εμπιστευτήκαμε ο ένας τον άλλο πολύ γρήγορα, κι έχουμε κοινή αισθητική σε σχέση με τη μουσική.
Ξανασυναντηθήκαμε στην «Γκόλφω», που μπορώ να πω με βεβαιότητα ότι είναι ένα ορόσημο και για τον κόσμο και για μας.
Ο Αγγελος έγραψε μια μουσική που σου έφερνε δάκρυα.
● Με τη στιχουργό, την Ελένη Φωτάκη, πώς προέκυψε η συνεργασία;
Τη βρήκα, την κάλεσα στα «Δανεικά» και μετά της ζήτησα να πάμε για καφέ.
Μου ζήτησε τις μουσικές του Αγγελου, της αρέσανε.
Μοιάζουν να έχουν πολλές ηλικίες τα τραγούδια της.
● Πάνε η χαρά χεράκι με το πένθος και γιορτάζουνε μαζί στη σκηνή;
Με την απώλεια να παραμονεύει… Εχει να κάνει με την αλήθεια.
● Τα χλιαρά αισθήματα τα αντέχεις;
Τα βαριέμαι. Γιατί να μη ριψοκινδυνέψω; Το χλιαρό με τη σειρά του θα δημιουργήσει και άλλα χλιαρά.
Χλιαρή αντιμετώπιση, αντίληψη, σχέση. Εξαιτίας τους κινδυνεύουμε να χάσουμε ό,τι καλό έχουμε.
● Κλείνοντας θα σου φανερώσω κάτι που δεν το ξέρεις. Στο καινούργιο μου μυθιστόρημα κάνεις ένα πέρασμα με το όνομά σου. Και φυσικά λες τον «Γυρισμό» του Παπαϊωάννου.
Το περιμένω, λοιπόν. Και το χρωστάμε στον Γιάννη.
