Η Ελλάδα παράγει περίπου 700.000 τόνους πλαστικών απορριμμάτων ετησίως. Μόνο το 8% των πλαστικών αυτών απορριμμάτων ανακυκλώνεται, ενώ η συντριπτική πλειονότητα (84%) καταλήγει να θάβεται σε χωματερές. Εκτιμάται ότι κάθε χρόνο διαρρέουν στο ελληνικό περιβάλλον σχεδόν 40.000 τόνοι πλαστικών απορριμμάτων, εκ των οποίων περίπου 11.500 τόνοι καταλήγουν στις ελληνικές θάλασσες, όπως προκύπτει από παλιότερη έρευνα του WWF Ελλάς.
Ωστόσο δεν εφαρμόζονται επαρκείς πολιτικές για τη μείωση της πλαστικής ρύπανσης, παρότι σε διεθνές επίπεδο παρατηρείται καταιγισμός αλλαγών. Επιπλέον, η ανακύκλωση στη χώρα μας δεν λειτουργεί ικανοποιητικά, ενώ η ελληνική αγορά μοιάζει ακόμα ανέτοιμη να προσαρμοστεί στα νέα δεδομένα.
Σύμφωνα με το WWF, η Ελλάδα μπορεί και πρέπει να προχωρήσει στην υλοποίηση ενός συνολικού σχεδίου για τη μείωση της πλαστικής ρύπανσης και τη βιώσιμη διαχείριση των πλαστικών αποβλήτων. Με τον τρόπο αυτό θα προκύψουν σημαντικά οφέλη, ενώ παράλληλα θα βελτιωθεί η ποιότητα ζωής των πολιτών και θα προστατευτεί το περιβάλλον.
Παρά τη μειονεκτική της θέση λόγω έλλειψης αποτελεσματικού συστήματος διαχείρισης αποβλήτων, το WWF τονίζει ότι η πολιτεία χρειάζεται να δει τον περιορισμό της πλαστικής ρύπανσης και τη βιωσιμότητα των πλαστικών προϊόντων ως ευκαιρίες και όχι ως βάρος. Η καλύτερη αξιοποίηση των πόρων φέρνει άμεσα οφέλη για την οικονομία, καθώς περιορίζεται το κόστος τελικής διαχείρισης και διάθεσης των αποβλήτων, μειώνονται οι ανάγκες για εισαγωγές πλαστικών από παρθένα πρώτη ύλη, μειώνεται το κόστος του τέλους που πρέπει να καταβάλλει η χώρα στην Ε.Ε. για τις μη ανακυκλώσιμες πλαστικές συσκευασίες και δημιουργούνται πολλές νέες επιχειρηματικές ευκαιρίες και νέες θέσεις εργασίας. Και αυτά ενισχύονται ακόμα περισσότερο από τα τεράστια οφέλη που θα προκύψουν για την προστασία του περιβάλλοντος, των θαλάσσιων και χερσαίων ειδών και για τη θωράκιση της υγείας των πολιτών.
Εως το 2030
Για αυτό, το WWF Ελλάς καλεί την Ελληνική Πολιτεία να ξεκινήσει με μία σειρά μέτρων και πολιτικών που χρειάζεται να λάβει έως το 2030, στο πλαίσιο μιας στρατηγικής με τίτλο «Ελλάδα χωρίς πλαστική ρύπανση», που μπορούν να φέρουν άμεσα και θετικά αποτελέσματα και θα επιτύχουν τους ευρωπαϊκούς στόχους με οδηγό την κυκλική οικονομία.
Αυτές αφορούν:
● Τη διασφάλιση της ορθής εφαρμογής του ν. 4736/2020 για τα πλαστικά μιας χρήσης με έμφαση στην τήρηση των απαγορεύσεων που έχουν τεθεί για τα προβληματικά πλαστικά μιας χρήσης, τη λειτουργία του συστήματος επιστροφής εγγύησης (DRS) για πλαστικές φιάλες και τη θέσπιση και λειτουργία συστημάτων διευρυμένης ευθύνης παραγωγού για αποτσίγαρα και αλιευτικά εργαλεία.
● Τη θέσπιση στόχων επαναχρησιμοποίησης για την εστίαση, το λιανεμπόριο και τις μεταφορές, ακολουθώντας παραδείγματα άλλων χωρών.
● Την ενίσχυση της διευρυμένης ευθύνης παραγωγού για απόβλητα συσκευασίας, με αυξημένες εισφορές για τις συσκευασίες που δεν ανακυκλώνονται, στόχους επαναχρησιμοποίησης, καθώς και δημόσια παράθεση των επιδόσεων για να αντιμετωπιστεί η διαφθορά και η αδιαφάνεια.
● Τη θέσπιση και λειτουργία νέων συστημάτων διευρυμένης ευθύνης για τα γεωργικά πλαστικά και τα συνθετικά υφάσματα που σήμερα ευθύνονται για μεγάλο ποσοστό της πλαστικής ρύπανσης.
● Την άμεση ενσωμάτωση των όσων προβλέπει ήδη ο ευρωπαϊκός κανονισμός 2025/40 για τις συσκευασίες και τα απόβλητα συσκευασίας, παράλληλα με την έκδοση θεματικών εγκυκλίων, την παροχή τεχνικής βοήθειας προς τις υπόχρεες επιχειρήσεις και τη δημιουργία μηχανισμού παρακολούθησης.
● Την αναδιαμόρφωση του συνόλου των τελών και εισφορών των επιχειρήσεων και των δήμων που αφορούν τα πλαστικά απόβλητα, ώστε μέσα από εκεί να προκύψουν πόροι που θα χρηματοδοτήσουν τη μετάβαση στην κυκλική οικονομία.
Ωστόσο, όπως επισημαίνει το WWF, η θέσπιση των μέτρων από μόνη της δεν επαρκεί. Οπως τονίζεται στη νέα στρατηγική, η Ελλάδα δεν στερείται νόμων, όμως πάσχει στην εφαρμογή.
Ετσι, απαιτείται να οριστεί ένα σαφές πλαίσιο διακυβέρνησης που θα περιλαμβάνει την ουσιαστική ενίσχυση του Ελληνικού Οργανισμού Ανακύκλωσης (ΕΟΑΝ), τη δημιουργία ελεγκτικού μηχανισμού παρακολούθησης και επιβολής ποινών με χρήση νέων τεχνολογιών και εφαρμογών τεχνητής νοημοσύνης, την παροχή τεχνικών οδηγιών και χρηματοδοτικών προγραμμάτων σε επιχειρήσεις, τη διαφανή παρουσίαση των επιδόσεων και την ενδελεχή και τακτική ενημέρωση των πολιτών.
