ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Μισέλ Φάις
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Tο «Ανοιχτό βιβλίο», από καταβολής του, φιλοξενεί στις σελίδες του πρωτότυπα διηγήματα. Και φέτος συγγραφείς, διαφορετικής ηλικιακής κλίμακας, θεματικού άξονα και αφηγηματικής παλέτας έγραψαν ευσύνοπτες καλοκαιρινές ιστορίες ειδικά για τους αναγνώστες μας (καθώς αυτές οι σελίδες προσφέρουν, εκτός από κριτική πυξίδα, και λογοτεχνική απόλαυση).

Μ’ άλλα λόγια, μυθιστοριογράφοι και διηγηματογράφοι έθεσαν στο κέντρο της μυθοπλασίας τους κάποια θερινή εμπειρία τους και μας έστειλαν κείμενα νοσταλγικά, περιπλανητικά, υπερβατικά, παιγνιώδη, αλλά και δύσθυμα, ευθέως ή πλαγίως κοινωνικά, ενδοσκοπικά, ή ανατρεπτικά – διηγήματα που θα μας συντροφεύουν ώς το τέλος του θέρους.

Ηλίας Παπαμόσχος*

Καλοκαιρινό Μπουρίνι

Το μπουρίνι έρχεται απροειδοποίητα, σαν φονικό. Μες στην κουφόβραση σαν ανάκουστη λογομαχία να έχει προηγηθεί ανάμεσα σε γη και ουρανό. Σαν σκέψη που σκοτεινιάζει τα λογικά έρχεται κορακάτο σύννεφο και προτού ακόμη σταθεί πάνω από την Ψαλίδα, αρχίζει το φυσομάνι κι ανοίγουν οι ουρανοί. Κι όλη αυτή η απροσδόκητη οργή θαρρείς ρουφιέται από τη λίμνη, που σκοτεινιάζει κι αγριεύει, σαν να ξυπνάει μέσα της ο θυμός όσων έχει κατά καιρούς καταπιεί, σαν να ζητούν κι άλλους από καημό άλιωτο που γυρνά σε φθόνο. Έτσι έγινε και τότε που λιμπίστηκε τον Μιχάλη, που από παιδί την όργωνε με τα κουπιά του. Κορυφαίος στο σκιφ ο Μιχάλης, με διακρίσεις πανελλήνιες και διεθνείς, γιορντάνι τα μετάλλια. Φαίνεται ξανοίχτηκε, μπορεί να θέλησε κάθετα να τη διασχίσει την ερωμένη του και το μπουρίνι τον βρήκε μακριά απ’ την ακτή. Όταν εντοπίστηκε η βάρκα, πίστομα στο νερό κι άδεια από κάτω, οι ελπίδες αναπτερώθηκαν, καθότι δυνατό παιδί ο Μιχάλης και τα έσχιζε και με σάρκινα κουπιά τα νερά.

Ποιος δεν συμμερίστηκε το δράμα του κυρίου Θανάση, του πατέρα του; Να ένιωθε άραγε ενοχές ο κύριος Θανάσης που εμφύσησε την αγάπη για το επίπονο άθλημα στον γιο του; Τη βλαστήμαγε άραγε τη λίμνη ή την καλόπιανε για να του γυρίσει πίσω το παιδί; Εναν μήνα τον κράτησε τον Μιχάλη η λίμνη στα σκοτάδια της. Κι όταν πλημμύρισε το δωμάτιο του Μιχάλη από έναν σπασμένο σωλήνα πώς να ένιωσε άραγε ο κύριος Θανάσης; Ήταν η γυναίκα του εκείνη που απαίτησε να μη μετακινηθεί τίποτα, να μην πειραχτεί τίποτα στο δωμάτιο του Μιχάλη, θέλοντας φαίνεται να διατηρήσει την ψευδαίσθηση πως κάποτε το παιδί θα επιστρέψει, πως βλέποντας το δωμάτιο όπως ο ίδιος το είχε αφήσει να αισθανθεί πως όχι μόνο δεν τον ξέχασαν, αλλά και πως στιγμή δεν έπαψαν να πιστεύουν ότι θα ξαναρθεί, πως μπορεί από κει που την άφησε να συνεχίσει τη ζωή. Ήταν σαν να βλέπεις έναν ατάραχο βυθό με τα αντικείμενα όπως τα άφησε ο ίδιος, ποντισμένα μέσα σε ιερή ακινησία που τη μνημείωσε η τελευταία κίνηση ενός χεριού που διαλύθηκε πια. Μου ζήτησε συγγνώμη προκαταβολικά ο κύριος Θανάσης για την εικόνα του δωματίου. Σαν να απολογούνταν και για τη Μερόπη, σαν να τη δικαιολογούσε, θαρρείς και δεν ήταν νεκρή, έτσι να το αφήσεις, του είχε πει, τίποτα να μην αλλάξεις, γιατί άμα γυρίσει ο Μιχάλης σαν βγαίνοντας από όνειρο θα μοιάζει και θα νομίσει πως στο δωμάτιό του, στον ύπνο του είχε πνιγεί, μπορεί η κυρία Μερόπη να του ’χε πει. Κραύγαζε πάνω στον κύριο Θανάση η περί του εαυτού του ακηδία, στα τσαλακωμένα του ρούχα, στα μαύρα του παπούτσια, τα θαμπά. Κι όποτε πήγαινε στον τάφο της ακόμη μόνος είμαι Μερόπη της έλεγε, πως δεν έβαλε άλλη γυναίκα στο σπίτι εννοώντας, αποσιωπώντας πως δεν γύρισε ακόμη το παιδί, κάνοντας σαν να μην ήταν μάνα και γιος θαμμένοι μαζί. Το δωμάτιο του Μιχάλη μένει έτσι ακόμη, σαν μια κουπιά μετέωρη πάνω απ’ την αιωνιότητα της σκόνης.

Φαντάζομαι τον αρχάγγελο πάνω απ’ την κορφή της Ψαλίδας μετέωρος να στέκει, να κοκαλώνει και συλλογισμένος να κοιτά τα νερά, κι έπειτα κάτω να χύνεται, στην ακρολιμνιά τη ρομφαία ν’ αποθέτει, να γυμνώνεται την πανωραία του φορεσιά και να βουτά, τα κατάλευκα φτερά του τιμητικά κάνοντας κουπιά, σε νερά που στέκονται ακίνητα, που μοιάζουν αόρατα, μαγεμένα, κι έπειτα, πάνω απ’ το ποντισμένο κορμί φτάνοντας, να βουτά, στο δωμάτιο του Μιχάλη, βαθιά, για ν’ ανεβάσει το νεανικό κορμί στον ουρανό, που το ζητά. Μπορεί όμως κι αλλιώς να ’γινε: στη λίμνη την πύρινη ρομφαία μέσα βυθίζοντας σαν λυπημένος μαχαιράς να την εξάτμισε, την ψυχή να καμάκωσε και να πέταξε ψηλά, μ’ ένα του δάκρυ φέρνοντας πίσω τα νερά.

*Τελευταίο βιβλίο του Ηλ. Παπαμόσχου είναι το μυθιστόρημα «Ανάληψη» (Πατάκης, 2025).