Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Τι ορίζεται ως τέχνη και ποιους ρόλους καλείται να αναλάβει σήμερα το καλλιτεχνικό υποκείμενο; Τελικά ο καλλιτέχνης είναι κομμάτι αναστοχασμού του πολιτικού σώματος ή μέρος του συστήματος; Και κατά πόσον είναι εφικτό να υιοθετηθεί μία «πολιτική πολιτισμού», ικανή να καταστήσει το ανθρώπινο ον αντικείμενο και υποκείμενο της πολιτικής δίχως να το τοποθετεί στη θέση του επαίτη;

Τα παραπάνω ερωτήματα θέριεψαν τις ημέρες του εγκλεισμού ενώ ακυρώνονταν παραστάσεις, όπερες και συναυλίες και παράλληλα άνοιγε ένας δημόσιος διάλογος γύρω από τη στήριξη των καλλιτεχνών με «τρόπο παραγωγικό». Οι άνθρωποι του πολιτισμού έχουν βρεθεί εκ νέου ακάλυπτοι και «σε σχέση εξάρτησης με μία κυβέρνηση» ελλείψει κρατικής μέριμνας για τις τέχνες. Πώς θα αποτυπωθεί, άραγε, αυτή η περίοδος στο θέατρο, στη λογοτεχνία, στη μουσική και στους καμβάδες;

Κατά τη διάρκεια των μεγάλων κρίσεων της Ιστορίας έχουν σημειωθεί οι σπουδαιότερες καλλιτεχνικές αναγεννήσεις. Η τέχνη έχει ασκήσει, δηλαδή, πολιτική. Οπως και το αντίστροφο. Οι τέχνες έχουν μετασχηματιστεί επανειλημμένως μέσα στον χώρο και στον χρόνο σε εργαλεία για τη διάδοση πολιτικών αντιλήψεων και οι καλλιτέχνες έχουν γίνει φορείς μηνυμάτων. Εκουσίως και ακουσίως. Δεν μπορούμε συνεπώς να μιλάμε για πολιτισμό δίχως να αναφερόμαστε στα κυρίαρχα γεγονότα που τον διαμορφώνουν. Ούτε μπορούμε να μην εντάσσουμε τα έργα και τους δημιουργούς τους στα ιστορικά και κοινωνικά συμφραζόμενα. Τι είδους «καλλιτεχνικά υποκείμενα» θα κυοφορηθούν, άραγε, μέσα σε αυτή τη νέα κοινωνικο-πολιτικο-οικονομική συνθήκη;

Διατρέχοντας την ιστορία των τεχνών, συναντάμε μουσικούς, γλύπτες και ζωγράφους να «δημιουργούν» στις αυλές μοναρχών και δικτατόρων. Τους βλέπουμε να αφήνουν πίσω τους έργα σπουδαία, μέσα σε καθεστώτα ανελευθερίας και εξάρτησης. Ισως γιατί οι καλλιτέχνες είναι τα μοναδικά όντα που μπορούν να βρουν τον δρόμο τους ακόμα και μέσα στα πολιτικά σκοτάδια, εφόσον τα έργα τέχνης ξεφεύγουν από τον έλεγχο των ίδιων των δημιουργών και αποκωδικοποιούνται ως μια εκδοχή «φαντασίωσης» με αναλογίες ονείρου, παραληρήματος και ευφυολογήματος.

Η καλλιτεχνική δραστηριότητα θεωρείται, εξάλλου, η βασική δραστηριότητα μετουσίωσης, η οποία προέρχεται από την ανάγκη του δημιουργού να συμβολοποιήσει ασυνείδητες, θραυσματικές αναπαραστάσεις. Οι δημιουργοί προηγούνται, άλλωστε, των ψυχαναλυτών. Αυτή η παραδοχή ανήκει στον ίδιο τον πατέρα της ψυχανάλυσης και αφορά τόσο τη δημιουργία όσο και την επίδραση του καλλιτεχνικού έργου στο κοινό. Ο Ζίγκμουντ Φρόιντ ήταν εκείνος που είχε πρώτος διερωτηθεί γι’ αυτό που ωθεί το άτομο να δημιουργήσει ένα έργο τέχνης και για όλα όσα βρίσκονται «κρυμμένα» μέσα σε έναν πίνακα, ένα κείμενο, μια σύνθεση. Και έκτοτε η σύνδεση της πολιτιστικής έκφρασης τόσο με το ασυνείδητο του υποκειμένου όσο και με το εκάστοτε κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο ήταν αναπόδραστη.

Ο καλλιτέχνης, ιστορικό υποκείμενο

Είναι ιστορικά επιβεβαιωμένο πως δεν μπορούμε να αποφύγουμε την πολιτική στην τέχνη. Ο πολιτισμός είναι, ως γνωστόν, το πλέον πρόσφορο έδαφος άσκησης πολιτικής. Και το θέατρο, από την αρχαιότητα, υπήρξε το κατ’ εξοχήν εργαστήριο της δημοκρατίας. Για ποιο λόγο η κυβέρνηση προέβλεψε αρχικά μόνο τη λειτουργία των θερινών σινεμά στα μέσα Ιουνίου και όχι και τη λειτουργία των υπαίθριων θεάτρων; Αν θεωρήσουμε το θέατρο ως τη μορφή τέχνης που μιλά τα μέγιστα για την ψυχανάλυση και αν θεωρήσουμε αντιστοίχως την ψυχανάλυση ως τη θεωρία της δραματουργίας, τότε πόσο τυχαία μπορεί να είναι η κυβερνητική πρόθεση να μη διαρρεύσει κάτι περισσότερο για την «εμπειρία του ασυνειδήτου»; Η ψυχανάλυση και η πολιτική έχουν -κατά τον Κορνήλιο Καστοριάδη- το ίδιο αντικείμενο: την αυτονομία των ανθρώπινων όντων.

Αλλά μάλλον αυτό δεν είναι το ζητούμενο μιας κυβέρνησης που επιλέγει να στηρίξει τον πολιτισμό με τρόπο μη παραγωγικό.

Τι είδους καλλιτεχνικό έργο θα προσφέρει ένα «υποκείμενο-οφειλέτης», όπως αυτό δομείται από τις κυβερνήσεις που προωθούν πολιτικές επιδομάτων αντί για πολιτικές που θα παρέχουν λύσεις;

Λαμβάνοντας υπόψη τη θέση του Γερμανού φιλοσόφου Μάρτιν Χάιντεγκερ πως ο καλλιτέχνης είναι η προέλευση του έργου τέχνης και το έργο η προέλευση του καλλιτέχνη, αξίζει να διερευνήσει κανείς πώς το χρέος ενός καλλιτέχνη θα αποτυπωθεί στην τέχνη του, τι είδους χαρακτήρα θα λάβουν οι καλλιτεχνικές δράσεις.

Αν η στήριξη της κυβέρνησης προς τους καλλιτέχνες συνεχίσει να έχει μορφή ελεημοσύνης, τότε θα είναι αναπόδραστη η δημιουργία «χρεωμένων καλλιτεχνικών σωμάτων». Η λειτουργία του χρέους -μέσα από την επιδοματική πολιτική- θα είναι καθοριστική όσον αφορά τη συγκρότηση της ταυτότητας των καλλιτεχνών. Διότι η καλλιτεχνική έκφραση δεν θα μπει σε καραντίνα, ακόμα και στην περίπτωση που το καλοκαίρι νεκρώσει πολιτιστικά. Ο τρόπος όμως που θα αποτυπωθούν οι καλλιτεχνικές δημιουργίες θα είναι άρρηκτα δεμένος με τη δημόσια σφαίρα. Οπως το έχει αποδείξει η Ιστορία.

Ενδεικτικά, κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα είδαμε τους καλλιτέχνες να αποδίδουν θέματα φορτισμένα με πολιτικά και κοινωνικά μηνύματα εφόσον η βιομηχανική επανάσταση είχε ήδη μεταβάλει τις συνθήκες ζωής στις μεγάλες πόλεις. Ο ρεαλισμός της θετικιστικής σκέψης είχε καθορίσει τις καλλιτεχνικές τάσεις. Με την αστικοποίηση της κοινωνίας και την ενδυνάμωση της μεσαίας τάξης συντελέστηκε σταδιακά η μετάβαση από τον νεοκλασικισμό και τον ρομαντισμό στον ρεαλισμό και τον ιμπρεσιονισμό. Τότε, οι καλλιτέχνες κατάφεραν να εισχωρήσουν κάτω από την επιφάνεια αφού η τέχνη δεν περιοριζόταν στο να αντιγράφει τη φύση. Αργότερα οι τάσεις και τα κινήματα του 20ού αιώνα υπήρξαν «προϊόντα» της φρίκης του πολέμου και της περιρρέουσας ατμόσφαιρας. Οι δύο παγκόσμιοι πόλεμοι και τα απειράριθμα θύματά τους, οι πολιτικές επαναστάσεις, οι μεγάλες ανακαλύψεις και η ψυχανάλυση, που σήμανε τη διερεύνηση του ασυνειδήτου, επηρέασαν την καλλιτεχνική δημιουργία του πρώτου μισού του 20ού αιώνα με αποτέλεσμα να κυριαρχήσουν η αφαίρεση και η φαντασία μέσα από τα κινήματα του εξπρεσιονισμού, της αφαίρεσης και του σουρεαλισμού.

Στον απόηχο της πανδημίας του Covid-19, οι καλλιτέχνες αναζητούν μια νέα υπόσταση. Το εάν θα έχουν την κυβερνητική πολιτική απέναντι ή στο πλάι τους, θα καθορίσει το είδος της εσωτερικής και εξωτερικής πάλης που θα σημειωθεί στο πεδίο του πολιτισμού. Η πρόκληση είναι πάντα η ίδια: το ιδεώδες τους να ανταποκριθεί στην πραγματικότητά τους και οι ίδιοι να γίνουν μέρος αναστοχασμού των θεσμών. Και όχι το ανάστροφο.