Η γνωριμία με τη γραφή του Σαραμάγκου προκαλεί στον αναγνώστη πνευματική εγρήγορση, έντονη συγκινησιακή φόρτιση, ανάταση ψυχική και πηγαία ενσυναίσθηση. Η θεματική πρωτοτυπία, ο κατακλυσμιαίος, αλληγορικός λόγος, η δυνατή εικονοποιία, η μοναδική τοπιογραφία -με έντονη την παρουσία της Ιβηρικής Χερσονήσου- σε μαγνητίζουν και σε συμπαρασύρουν ώστε να συμβιώσεις ενεργά τις εποχές και τις καταστάσεις που ξετυλίγει μπροστά στα μάτια σου αυτός ο δεξιοτέχνης της παραβολής και μαζί του ρεαλισμού. Οταν περνάς από τον ρόλο του αναγνώστη σ’ εκείνον του μεταφραστή, η συγκίνηση, ο θαυμασμός και η απόλαυση μετατρέπονται σε αποκρυπτογράφηση και κατηγοριοποίηση των προκλήσεων και των δυσκολιών, γλωσσικών, πραγματολογικών ή υφολογικών που καλείσαι να επιλύσεις.
Αναγνώστρια του Σαραμάγκου από την πρώτη έκδοση του «Χρονικού του μοναστηριού» στη γαλλική του μετάφραση το 1982 -το οποίο παραμένει άλλωστε από τα πιο αγαπημένα μου βιβλία-, κλήθηκα στην ουσία να διαβάσω για πρώτη φορά και μαζί να μεταφράσω ένα από τα λιγότερο γνωστά έργα του, το οποίο ωστόσο συνιστά τη ληξιαρχική πράξη της συγγραφικής του ιδιοσυστασίας. Η χειμαρρώδης γραφή του, η ανορθόδοξη στίξη του, η πολυφωνική δομή του που διασφαλίζει την εναλλαγή των αφηγητών και επιβάλλει την προφορικότητα, ο γλωσσικός του πλούτος, η σκωπτική του διάθεση και η εμμονή του στην παραβολή και την αλληγορία προαναγγέλλονται αριστοτεχνικά στο μυθιστόρημα αυτό που πρωτοκυκλοφόρησε το 1980 και σύμφωνα με τα λόγια του ίδιου του δημιουργού συνιστά κομβικό σημείο στη συγγραφική του πορεία.
Πέραν του ύφους, εγκαθιδρύεται επίσης η θεματολογία που θα χαρακτηρίσει το μετέπειτα έργο του: η Ιστορία, μέσα από αλλεπάλληλες αναφορές, δοσμένες με ανεπαίσθητες και διαλείπουσες ή επίμονες και επιβλητικές πινελιές, η αλαζονεία της εξουσίας και η ιερά συμμαχία της με τη θρησκεία, η κοινωνική αδικία, η πολιτική και οι αγώνες, ιστορίες οικογενειών και ανθρώπων στη δίνη της.
Το μυθιστόρημα εξελίσσεται στην επαρχία του Αλεντέζο, στην καρδιά της φεουδαρχικής Πορτογαλίας, των μεγάλων γαιοκτημόνων και των εξαθλιωμένων κολίγων, από τα τέλη του 19ου αιώνα μέχρι την επαύριον της Επανάστασης των Γαριφάλων στις 25 Απριλίου 1974, με διάσπαρτες ιστορικές άμεσες ή έμμεσες υπενθυμίσεις. Χρονική διάρκεια επαρκής ώστε να συμπεριλάβει τις τρεις γενιές της οικογένειας με το κακορίζικο όνομα των Μάου Τέμπο. Αλλαγές καθεστώτος -βασιλεία, δημοκρατία, δικτατορία-, παγκόσμιοι πόλεμοι, ισπανικός εμφύλιος και δικτατορία, αποικιακοί πόλεμοι, απόπειρες και αποτυχημένες εξεγέρσεις, απεργίες φτάνουν ως απόηχος στον μακρινό αυτό τόπο, αν και προϊόντος του χρόνου τα πλοκάμια της Ιστορίας απλώνονται παντού, καραδοκούν με τη μορφή της πανταχού παρούσας χωροφυλακής για να αρπάξουν κι εκεί τα θύματά τους, φυλακίζοντάς τα, βασανίζοντάς τα, οδηγώντας τα στην αντίπερα όχθη του Τάγου, στην πρωτεύουσα.
Κατά τη μετάφραση του βιβλίου αυτού, πλην της εξαντλητικής τεκμηρίωσης που απαιτεί όσον αφορά τα πραγματολογικά στοιχεία -της οποίας ένα μικρό δείγμα παραδίδεται στον αναγνώστη με τη μορφή επισημειώσεων-, σκέφτηκα, για άλλη μια φορά, τη βιωματική παρακαταθήκη που διαθέτουμε οι μεταφραστές τις γενιάς μου, κυρίως όσοι έχουμε εμπειρία από τη ζωή στην ύπαιθρο. Εικόνες από την παιδική μου ηλικία αναδύθηκαν με τις περιγραφές των σταροχώραφων, της καλλιέργειας ρυζιού στα βαλτονέρια, της ξεχασμένης εκείνης φράσης «ήλιο με ήλιο» που αντήχησε ξανά μέσα μου και γέμισε τον κάμπο με ανθρώπους του μόχθου, εργάτριες με μωρά φασκιωμένα δίπλα τους, ξυπόλητα, πεινασμένα αγόρια, από νωρίς στη δουλειά, και κορίτσια που προορίζονταν, στην καλύτερη περίπτωση, για υπηρέτριες στην πόλη. Δεν είχα καμιά δυσκολία να αναπλάσω τις εικόνες, να βρω τα ονόματα των εργαλείων και τα ρήματα που αντιστοιχούσαν στις άπειρες αγροτικές εργασίες, πολλές απ’ αυτές ξεχασμένες σήμερα. Ούτε να αποδώσω λαϊκές δοξασίες, ιστορίες με ληστές και εκκλησιαστικά κηρύγματα.
Οικεία με όλη την αρνητική σημειολογία της, η δράση της χωροφυλακής, τα έργα και οι ημέρες της, έβαλαν σε δοκιμασία τις ψυχικές αντοχές μου, μεταφράζοντας τις ενορχηστρωμένες υπό την απειλή όπλων επευφημίες στους δύο δικτάτορες της Ιβηρικής, τις φυλακίσεις, τα βασανιστήρια, τη «φάλαγγα» και το «άγαλμα», εξίσου προσφιλή στην πορτογαλική PIDE, την καταρράκωση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, αλλά και τον ηρωισμό, τη συντροφικότητα, το σθένος.
Διαβάζοντας τη μετάφρασή μου ξανά και ξανά, ένιωσα να γίνομαι κι εγώ μέρος της ιστορίας, ακόμη μια φωνή του μυθιστορήματος που καλείται να το ξαναπεί σε άλλη γλώσσα, πατώντας αλαφρά στα ίχνη του αρχικού κειμένου ώστε να μη διαταραχθεί ούτε στιγμή ο ρυθμός της αναπνοής του.
*Ομότιμη καθηγήτρια ΕΚΠΑ, μεταφράστρια
