Το μυθιστόρημα «Εμείς» του Μανουέλ Βίλας, τιμημένο με το ισπανικό Βραβείο Nadal 2023, αποτελεί μια «ριψοκίνδυνη» στροφή στην καριέρα του συγγραφέα. Κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις Εκδόσεις Ίκαρος σε μετάφραση της Νάννας Πανανικολάου. Μετά το διεθνώς αναγνωρισμένο «Ορδέσα», όπου ο Βίλας βυθίστηκε στην αιμορραγούσα αυθεντικότητα της προσωπικής του απώλειας, εδώ επιλέγει μια εντελώς αντίθετη στρατηγική. Αποτινάσσει την ωμή αυτοβιογραφία, υιοθετεί μια θηλυκή φωνή και κατασκευάζει ένα ψυχολογικό δράμα που ισορροπεί επικίνδυνα ανάμεσα στον αισθησιακό λυρισμό και τη μη ορθότητα της διαχείρισης του πένθους.
Η κεντρική ηρωίδα, η πενηντάχρονη Ιρένε, αρνείται να ακολουθήσει οποιοδήποτε συμβατικό μονοπάτι πένθους μετά τον ξαφνικό θάνατο του Μαρθέλο, του Ιταλο-ισπανού συζύγου της. Το μυθιστόρημα αφηγείται την ιστορία του απόλυτου έρωτα τους. Το «Εμείς» ήταν μια εσωτερική ολόδική τους πατρίδα, ένας χώρος προστατευμένος από τη φθορά του χρόνου.
Η χήρα Ιρένε επινοεί ένα προκλητικό, παράξενο τελετουργικό. Ταξιδεύει σε πεντάστερα ξενοδοχεία της Μεσογείου και συνευρίσκεται με άγνωστους άνδρες, χρησιμοποιώντας τα σώματά τους ως απόλυτα εργαλεία-αγωγούς για να ανακαλέσει, μέσω του οργασμού, τη φυσική παρουσία του νεκρού συζύγου της. Μετατρέπεται σε μια flâneuse, μια περιπλανώμενη, της Μεσογείου.
Ο Βίλας χτίζει τον εσωτερικό κόσμο της Ιρένε με εντυπωσιακή ακρίβεια, κάνοντας την πολλές φορές αντιπαθητική. Η οικονομική της δυνατότητα της επιτρέπει να ζει σε ένα περιβάλλον αστικής πολυτέλειας, γεμάτο ακριβά κρασιά, μεταξωτά σεντόνια και κοσμοπολίτικα θέρετρα. Τα πολυτελή ξενοδοχεία λειτουργούν ως «ετεροτοπίες», χώροι μεταβατικοί, αποκομμένοι από τον πραγματικό κόσμο. Συλλέγει στιγμές και σώματα με τον ίδιο τρόπο που ένας συλλέκτης παλαιών αντικειμένων τα αναζητά στα ερείπια της αγοράς ενός χαμένου παράδεισου.
Από πλευράς δομής, το μυθιστόρημα πάσχει στο μεσαίο του μέρος από μια επαναλαμβανόμενη, σχεδόν υπνωτική μονοτονία. Κάπου εδώ, να σημειώσουμε ότι ο Βίλας αποθεώνει με τις λυρικές περιγραφές του, ανάμεσα στα τόσα όμορφα μέρη, και τον τόπο μας: «Τα ελληνικά νησιά είναι ένα καπρίτσιο της φύσης, μοιάζουν με φακίδες στην πλάτη ενός πανέμορφου κορμιού. Είναι λες και η στεριά κοροϊδεύει τη θάλασσα και την υποβάλλει σε ένα λαβύρινθο από λόφους που δεν μπορεί να φτάσει. Είναι το Ιόνιο πέλαγος στα δυτικά και το Αιγαίο στ’ ανατολικά, και δεν ξέρουμε τι συγγένεια έχουν τα 2 μεταξύ τους ούτε ποιο είναι το καλύτερο, και υπάρχουν ένα σωρό λωριδίτσες θάλασσας παντού».
Ο συγγραφέας μοιάζει παγιδευμένος στην ανάγκη του να τονίσει την ψυχολογική καθήλωση της ηρωίδας του, δοκιμάζοντας την υπομονή του αναγνώστη. Όμως, εκεί ακριβώς που το βιβλίο απειλεί να «βουλιάξει» κάτω από το βάρος της ίδιας του της στατικότητας, ο Βίλας αποδεικνύει την αφηγηματική του ευφυΐα. Το τελευταίο μέρος επιφυλάσσει μια ριζοσπαστική, σχεδόν ναμποκοφική ανατροπή που τραβάει βίαια το χαλί κάτω από τα πόδια του αναγνώστη. Με μια απόλυτα ελεγχόμενη κίνηση, η πλοκή αναδιατάσσεται ακαριαία. Το έργο μετατρέπεται από μια γραμμική μελέτη εξάρτησης σε ένα ευφυές, μεταμοντέρνο παιχνίδι λογοτεχνικών καθρεφτών που δικαιώνει αναδρομικά όλη την προηγούμενη δομή του.

Η ιστορία της Ιρένε μάς αναγκάζει να αναρωτηθούμε αν υπάρχει ένα «σωστό» ή «ηθικό» πρότυπο γυναικείου θρήνου. Γιατί η κοινωνία ανέχεται πιο εύκολα έναν άνδρα που αναζητά παρηγοριά στο σεξ μετά από μια απώλεια, ενώ μια γυναίκα που επιλέγει την ηδονή ως αντίδοτο στο πένθος την αντιμετωπίζει αμέσως ως προκλητική, άκαρδη ή σκανδαλώδης; Και, προκύπτει και μια άλλη διάσταση, στην πατριαρχική λογοτεχνία και κουλτούρα, όπου το γυναικείο σώμα είναι εκείνο που αντικειμενοποιείται. Η Ιρένε ανατρέπει τους όρους, χρησιμοποιεί τους άνδρες ως απλά «εργαλεία» για τη δική της φαντασίωση. Το ερώτημα βέβαια που τίθεται είναι αν αυτή η αντιστροφή των ρόλων αποτελεί μια αυθεντική πράξη φεμινιστικής απελευθέρωσης ή αν απλώς αναπαράγει τις ίδιες προβληματικές συμπεριφορές εξουσίας, αλλά από την ανάποδη.
Το προκλητικό «Εμείς» του Βίλας αρνείται να προσφέρει εύκολες ηθικές παρηγοριές. Δημιουργώντας μια ηρωίδα που διεκδικεί την απόλυτη σεξουαλική και υπαρξιακή της αυτονομία κόντρα στα κοινωνικά στερεότυπα του θρήνου, ο συγγραφέας υπογράφει μια ενδιαφέρουσα ιστορία για τα άκρα στα οποία μπορεί να φτάσει ο ανθρώπινος νους προκειμένου να νικήσει τη λήθη. Πάνω απ’ όλα όμως νομίζω ότι είναι ένα βιβλίο που σίγουρα θα σας αναγκάσει να αναρωτηθείτε εάν ο άνθρωπος που αγαπάμε πραγματικά υπάρχει ή είναι απλώς ένα φάντασμα που πλάσαμε για να μην είμαστε ποτέ μόνοι;
