Υπάρχει μια σειρά από ανεκδοτολογικού τύπου φράσεις για την ποίηση σε σχέση με την παραγωγή στη χώρα. Λίγο-πολύ συνοψίζονται με την εξής φράση: «Οι Έλληνες γράφουν περισσότερη ποίηση απ’ όση διαβάζουν».
Κάθε χρόνο γίνονται σχόλια για την έκδοση ποιητικών βιβλίων, έναν αριθμό πάντοτε δυσανάλογο με τις πωλήσεις τους. Σχόλια που έχουν επίσης σαν ουρά αντίστοιχα σχόλια για τον μεγάλο αριθμό λογοτεχνικών περιοδικών με κεντρικό τους θέμα την ποίηση, για τον μεγάλο αριθμό ποιητικών εκδηλώσεων και παρουσιάσεων, για τον μεγάλο αριθμό φεστιβάλ κτλ. Σχόλια που σαν κύριο στόχο έχουν να επιβεβαιώσουν χαμογελαστά τον αρχικό ισχυρισμό: «οι Έλληνες γράφουν περισσότερη ποίηση απ’ όση διαβάζουν».
Η φράση αυτή -και όσα έρχονται μαζί της- νομίζω πως ενσαρκώνουν και συνοψίζουν τα δύο (φαινομενικά) αντικρουόμενα κακά που υποβαθμίζουν την ποίηση και μάλιστα με τρόπο πρόχειρο, τσαπατσούλικο και βιαστικό. Την απαξίωση της ποίησης και τον εστετισμό ενός μέρους των ποιητών. Από τη μία η φράση ειπωμένη από ανθρώπους εντός του λογοτεχνικού πεδίου (αλλά πολλές φορές και από ανθρώπους εκτός αυτού) αφήνει να εννοηθεί πως η ποίηση είναι το εύκολο καταφύγιο του κάθε χομπίστα, μια δραστηριότητα που δεν έχει νόημα, εδώ που η ποσοτική συσσώρευση αποδεικνύει αξιωματικά το ποιοτικό έλλειμμα. Ομογενοποιημένη, η «ποίηση» γενικά, σαν ενιαίο όλον είναι μάλλον μια αστεία δραστηριότητα για ανθρώπους χωρίς μέτρο, χωρίς αντίληψη των ορίων και ουσιαστικά χωρίς θέση στην πραγματική λογοτεχνία. Φυσικά θα σου πουν ότι υπάρχουν και εξαιρέσεις. Ταυτόχρονα, η φράση θα ειπωθεί και από ένα κομμάτι της ποιητικής κοινότητας. Ένα κομμάτι που θα την αναφέρει με τρόπο τέτοιο ώστε λίγο πολύ να δικαιολογήσει τη δική του δεινή θέση μέσα σε ένα παράλογο σύμπαν. Οι μη ποιητές, που στοιχίζονται δίπλα στον ποιητή ή την ποιήτρια που λέει ή γράφει το σχόλιο, είναι η πραγματική αιτία του κακού. Είναι όλοι αυτοί που υποβαθμίζουν την ποίηση, είναι όλοι αυτοί που φταίνε και κανείς δεν μας παίρνει στα σοβαρά. Φυσικά -θα σου πουν- υπάρχουν εξαιρέσεις (εννοώντας πάντοτε τον εαυτό τους και τον ευρύτερο κύκλο τους).
Αυτό που δεν καταλαβαίνω είναι πως βγήκε το συμπέρασμα πως είναι καλύτερο για την κοινωνία γενικότερα ή τη λογοτεχνική και ποιητική κοινότητα ειδικότερα, ο κόσμος να μη γράφει ποίηση αλλά π.χ. να βλέπει τηλεόραση, να πηγαίνει στο καφενείο, ή να… τρώει τα νύχια του. Από πού και ώς που κάποιος που θέλει να γράψει να πρέπει να σκεφτεί πρώτα τα χαριτωμένα αυτά σχόλια ή τα εξίσου εξυπνακίστικα «έλα μωρέ, όλοι γράφουν». Ακόμα και αν όλοι έγραφαν (που δεν ισχύει) πού είναι το κακό; Η ποίηση είναι ανάγκη. Ακόμα και ανάγκη ανθρώπων που ο εστέτ μας ή ο εξυπνάκιας μας θα απαξιώσει. Είναι μια ανάγκη που δεν πρέπει να την έχουν; Είναι μια ψευδής ανάγκη και αν ναι ποιος θα αξιολογήσει την ειλικρίνειά της;
Η ποίηση στην Ελλάδα τους τελευταίους δύο αιώνες αποτελεί άνετα την τέχνη του λόγου με τα σημαντικότερα επιτεύγματα σε εγχώριο και παγκόσμιο επίπεδο. Τόσο ποιοτικά, όσο και ποσοτικά. Ταυτόχρονα η σύγχρονη ποιητική παραγωγή δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από την αντίστοιχη παραγωγή σε χώρες με πολύ μεγαλύτερο πληθυσμό ή παράδοση όπως η Γαλλία ή η Ιταλία.
Η ποίηση επίσης έχει πολλά προβλήματα. Οι άνθρωποι όμως που γράφουν δεν είναι ένα από αυτά. Θα μπορούσε κανείς να αναφέρει την απόλυτη έλλειψη κρατικής μέριμνας (μοναδικής στην απαξία της σε ολόκληρο τον δυτικό κόσμο) και κυρίως την έλλειψη φίλτρων. Των φίλτρων των εκδοτικών οίκων. Σε συγκεκριμένους εκδοτικούς όποιος πληρώσει μπορεί να εκδώσει. Ταυτόχρονα, σχεδόν όλοι οι εκδοτικοί δεν θα στηρίξουν ένα ποιητικό βιβλίο με τον ίδιο τρόπο που θα στηρίξουν ένα π.χ. μυθιστόρημα. Ένα άλλο φίλτρο είναι η ποιητική κριτική και η απουσία της από τις εφημερίδες ή τον δημόσιο λόγο. Θα μπορούσα να αναφέρω πολλά ακόμη αλλά δεν είναι αυτός ο στόχος του άρθρου.
Αυτό που θέλω να πω είναι πως οι άνθρωποι που γράφουν ποιήματα, ανεξάρτητα από τα ποιήματα που γράφουν, είναι σε μεγάλο βαθμό οι άνθρωποι που κρατούν την ποίηση ζωντανή σε ένα όλο και πιο απαξιωμένο, όλο και πιο εχθρικό περιβάλλον. Και προφανώς αξίζουν τον σεβασμό. Και πολλές φορές είναι αυτοί που μας υπενθυμίζουν πως η τέχνη δεν είναι για τους πολλούς ή για τους λίγους. Είναι για τον καθένα ξεχωριστά.
