Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Εμείς, αυτοί και η ένταξη. «Κάτι κλοτσάει» στις μετανεωτερικές κοινωνίες της κατανάλωσης και της κινητικότητας. Αν υπάρχει ένα μάθημα, που μας έδωσαν και συνεχίζουν να μας δίνουν οι πρόσφυγες, αφορά τον ισόβιο κοινωνικό αποκλεισμό. Αλλά όχι μόνο τον δικό τους. Οι διαδικασίες αποκλεισμού μάς αφορούν όλους. Απλώς, είναι εξαιρετικά ορατές στην περίπτωση του ξένου που παραμένει ξένος, ακόμα και μετά την ένταξή του. Για ποια ένταξη μιλάμε, εξάλλου;

Το ερώτημα, στην πραγματικότητα, είναι άλλο: Κατά πόσο το κυρίαρχο μοντέλο διαχείρισης θέλει ενταγμένους τους ευάλωτους πληθυσμούς; Και η απάντηση είναι πασίδηλη. Οσο κυριαρχεί η διαδικασία πειθάρχησης και νηπιοποίησης δεν μπορούμε -και προφανώς δεν θέλουμε- να μιλάμε για πραγματική ενσωμάτωση.

Πριν από λίγες ημέρες η Εκθεση του Οργανισμού της Ε.Ε. για τα Θεμελιώδη Δικαιώματα (FRA) εντόπισε εμπόδια στην ένταξη των νεαρών προσφύγων σε έξι χώρες της Ε.Ε. Εξαιτίας αυτών των εμποδίων, τα νεαρά παιδιά που βρέθηκαν στην Ευρώπη κινδυνεύουν να μετεξελιχθούν σε μια «χαμένη γενιά».

Η έρευνα, η οποία βασίστηκε σε συνεντεύξεις με 163 πρόσφυγες και αιτούντες άσυλο, με έμφαση στις ηλικίες 16-24 ετών, και 426 εργαζόμενους του πεδίου, αφορά τις πέντε χώρες της Ε.Ε. που είχαν τον μεγαλύτερο αριθμό αιτήσεων ασύλου, δηλαδή τις Αυστρία, Γαλλία, Γερμανία, Ιταλία και Σουηδία, καθώς και την Ελλάδα ως χώρα πρώτης υποδοχής που έχει μεγάλο αριθμό αφίξεων.

Ενόσω αναπαρήγαν τα συμπεράσματα της μελέτης στα διεθνή μίντια, στο Μαξίμου εξελισσόταν η συζήτηση για τη δημιουργία κλειστών προαναχωρησιακών κέντρων. Μόνο που κατά τη διάρκεια των συζητήσεων για το νέο σχέδιο της κυβέρνησης, κανέναν δεν απασχόλησε το ζήτημα πως «όσο περισσότερο ένα άτομο δεν έχει πλήρη πρόσβαση σε δικαιώματα και παροχές, ιδίως εκείνα που σχετίζονται με την επαγγελματική κατάρτιση και την απασχόληση, τόσο πιο δύσκολο είναι αυτό να αναπληρώσει τη διαδικασία ενσωμάτωσης μόλις χορηγηθεί το καθεστώς του πρόσφυγα».

Αυτό -μεταξύ άλλων- επισήμανε η έκθεση του Οργανισμού Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε., καταλήγοντας πως, εφόσον η διαδικασία ενσωμάτωσης όσων έχουν υψηλές πιθανότητες να λάβουν άσυλο δεν ξεκινήσει ενόσω είναι σε εξέλιξη η εξέταση της αίτησής τους, τότε οι αρνητικές συνέπειες μπορούν να οξυνθούν.

Δεν μπορούμε, άρα, να μιλάμε για ένταξη με ημιτελείς πρακτικές που περιορίζονται σε ένα αντίσκηνο και ένα συσσίτιο. Χωρίς πρόσβαση στην εργασία και στην εκπαίδευση, δίχως ύπαρξη κοινωνικών δεσμών, χωρίς πολιτικές συμπερίληψης.

Τα όρια του ξένου στη μετα-μεταναστευτική κοινωνία

Τα όρια του ξένου, του περιπλανώμενου στις δυτικές κοινωνίες είναι, δυστυχώς όμως, σαφή και ορατά παρʹ όλο που η κινητικότητα είναι το βασικό χαρακτηριστικό της μετανεωτερικής εποχής. Κι όμως, οι πλάνητες -οι σύγχρονοι flaneurs των μεγαλουπόλεων- δεν μοιάζουν να χωρούν μέσα στο πλαίσιο ευταξίας και καθαρότητας που κατασκευάσαμε.

Ο πρόσφυγας, ο οποίος έχει βιώσει την καθολική απώλεια, περνά από την Ελλάδα και ξεμένει στη χώρα μας. Σέρνει την απώλειά του έχοντας χάσει τον οικείο τρόπο απόλαυσης. Καλείται να βρει άλλα σημαίνοντα, στα οποία θα εγγράψει την επιθυμία του. Στην πραγματικότητα επιδιώκει να βρεθεί στη Γερμανία, στη Βρετανία, στη Σκανδιναβία, στα ευρωπαϊκά καπιταλιστικά κέντρα του χρήματος.

Για να επιβιώσει όμως καλείται να βρει νέες καταγωγικές ρίζες και υποχρεώνεται σε νέες ταυτίσεις. Τι ταυτίσεις μπορεί να κάνει σε ένα κράτος ορθοδοξίας σε κρίση, όπως η Ελλάδα, όπου βρίσκει πρόσφορο έδαφος η φασιστική ιδεολογία, όπου το ανοίκειο ενίοτε εκλαμβάνεται ως εχθρικό, όπου συχνά αναπαράγονται όλα τα στερεότυπα σχήματα εξόντωσης του Αλλου, του μετανάστη, του αλλόθρησκου; Κατά πόσο ένα «ξένο υποκείμενο» μπορεί να ενταχθεί μέσα σʹ αυτό το σχήμα;

Στη μετα-μεταναστευτική κοινωνία, το ζήτημα της ένταξης τίθεται σε όλα τα πεδία της ανθρώπινης ύπαρξης και πέρα από το προσφυγικό ζήτημα. Οι μετανεωτερικές κοινωνίες -γράφει ο Πολωνός στοχαστής Ζίγκμουντ Μπάουμαν- παράγουν ανθρώπινα απορρίμματα, τα οποία θεωρούνται περιττά για την ομαλή κοινωνική λειτουργία.

Για ποια ένταξη μιλάμε λοιπόν; Τι είναι αυτό που ορίζει την ευαλωτότητα; Τι ορίζει τους πρόσφυγες; Η ακούσια απώλεια οικείου χώρου; Οι ταξικές, φυλετικές, πολιτιστικές ανισότητες;

Η απόδοση ταυτοτήτων είναι μια διαδικασία του κράτους. Οι έννοιες και οι κατηγορίες κατασκευάζονται για να ορίζουν και να περιορίζουν. Ολα αυτά δεν είναι, λοιπόν, παρά σημαίνοντα που περιφέρονται μέσα στο λογοθετικό πεδίο.

Είσαι μετανάστης όσο θέλεις να είσαι μετανάστης, έγραφε ο Γκι Ντεμπόρ, ο απόλυτος αλλά εξ επιλογής πλάνης ανά την Ευρώπη, ιδρυτικό μέλος της Καταστασιακής Διεθνούς (του κινήματος που άσκησε μεγάλη επιρροή στη σκέψη της γαλλικής Αριστεράς). Οι σημερινοί πλάνητες ανά την Ευρώπη- στην περίπτωση που δεν είναι τουρίστες ή φοιτητές- είναι θύματα πολιτικών με βιοπολιτικά και θανατοπολιτικά χαρακτηριστικά. Εν συνεχεία, αυτές οι ομάδες ανθρώπων που είναι πολλαπλά ευάλωτες παράγουν πολιτική. Και μόνο η συμμετοχή σε κοινωνικές και πολιτικές διαδικασίες θα μπορούσε να οδηγήσει σταδιακά σε μια επιτυχή ενσωμάτωση.

Αντί γι’ αυτό υιοθετούνται είτε ρατσιστικές πρακτικές αντιμετώπισης των «δικών μας ξένων» μέσω του εκτοπισμού, είτε (νεο)φιλελεύθερες πρακτικές, κατά τις οποίες το ξένο στοιχείο εξομοιώνεται πλήρως με το «κανονικό». Αυτό όμως δεν είναι ένταξη. Πώς μπορούμε να μιλάμε για ενσωμάτωση σε μια κοινωνία που προάγει διαφορές χωρίς να τοποθετεί τους ανθρώπους σε ένα κοινό αφετηρίας και δίχως να προασπίζεται αληθινά το δικαίωμα στην πολυπολιτισμικότητα;

Οσο οι ξένοι μας παραμένουν υποκείμενα που δεν ενσωματώνουμε, ενώ ταυτοχρόνως τους «αξιοποιούμε» είτε ως φτηνό εργατικό δυναμικό είτε ως «καταναλωτές συσσιτίων», διαμορφώνοντας καινούργιες «γυμνές ζωές» στην αγορά εργασίας, μπορούμε να μιλάμε μόνο για ανθρώπους – έρμαια της πολιτισμικής ευαισθησίας και ανεκτικότητας της εκάστοτε κοινότητας υποδοχής. Και αυτό δεν μπορεί παρά να συμπαρασύρει σταδιακά και άλλα στρώματα της κοινωνίας.