ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Μάκης Αξιώτης*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Το κανάλι, ανάμεσα στη Λέσβο και στη Μικρά Ασία, μόλις 9-11 μίλια απόσταση, ήταν ένα από τα πιο σταθερά σημάδια της οπτικής μου μνήμης. Τα καράβια που ανεβοκατέβαιναν, τα γρι-γρι τη νύχτα, που κινούνταν σαν πυγολαμπίδες στη σειρά, η γη που απλωνόταν παντού καρσί και σταματούσε το μάτι, με φτερουγίσματα της σκέψης, για χώρες απέραντες. Μετά, σαν μεγάλωσα, έμαθα πρώτα για τη μεγάλη καταστροφή, τη φωτιά, τους σκοτωμούς, τους στρατιώτες που γέμισαν το νησί, τους ξεριζωμένους που εγώ τους γνώρισα σαν διπλανούς μου ανθρώπους.

Την τραγωδία της πανέμορφης Γκιαούρ Ιζμίρ, του Παρισιού της Ανατολής, της πανάρχαιας Σμύρνας της Αιολίδας που βιάστηκε να αλλάξει γλώσσα, στον Αιγιαλό των Ιώνων. Τώρα στη γαλάζια πατρίδα του Ερντογάν μετρά περίπου 7 εκατ. ανθρώπους. Βέβαια θυμάμαι τη γερόντισσα, που καθόταν σε μια ασπρισμένη πέτρα, έξω από το σπιτάκι της και μοιρολογούσε τραγουδιστά. Δεν βρέθηκε όμως καμιά Σαμίου να τα καταγράψει. «Χίλια μύρια κύματα μακριά απ’ τ’ Αϊβαλί». Γνώρισα και τα μικρά σπιτάκια, τα διπλά, τα κουκλίστικα που τους έχτισαν, αλλά τα αποπλήρωσαν στο τέλος. Είδα και πολύ μετά, σαν πέρασα απέναντι, τις σπιταρόνες που άφησαν οι δικοί μας και έδωσε ο Κεμάλ, τζάμπα, στους δικούς του, που πήγαν εκεί από εδώ. Την άλλη γερόντισσα την είδα στο σπίτι του Βενέζη, στο Αϊβαλί. «Δρόμοι γεμάτοι πιπεριές και ξαφνικές καλοκαιριές».

Τότε που οι εποχές είχαν τα πραγματικά τους πρωτοβρόχια, έβρεχε για δυο μήνες, μια βροχή σιγανή, χωρίς σταματημό, που κάρπιζε τις ελιές και τις γέμιζε με το «χρυσό λάδι». Altin adasi, το νησί για τους απέναντι. Τις βροχές αυτές τις ονόμαζαν «τσανταρλιά». Ερχόταν με ένα μαλακό ΝΑ υγρό αγέρα, από την περιοχή του κόλπου του Τσανταρλί, ενός μικρού χωριού στην παραλία του, βόρεια του μεγάλου κόλπου της πολύπαθης και προδομένης, το 1922, Σμύρνης. Είπαν πως την ονομασία την έφεραν πρόσφυγες από εκεί, άλλοι όμως, που τους ονόμαζαν και «πρόσφηγκες», δεν ήθελαν τίποτα από αυτούς. Τους φόβιζαν οι άνθρωποι που γέμισαν τον τόπο, αν και είχαν την ίδια γλώσσα, το ίδιο αίμα. Αν και ο πολιτισμός που φέρανε τραγουδήθηκε με τα δικά τους τραγούδια, στα ρεμπέτικα του Βαμβακάρη και του Τσιτσάνη. Και έβλεπα το κανάλι, με τα φουρτουνιασμένα του μελτέμια και τις ροδόχρωμες μπουνάτσες του, τα καράβια του, τις ανεμότρατες, μέχρι το 2015.

Τότε έζησα και εγώ το νησί, με γεμάτες τις ακτές του σαπιοκάραβα, φουσκωτά, σωσίβια και ανθρώπους. Τούτοι ήταν οι καινούργιοι διωγμένοι, από τα βάθη της Ανατολής, με χίλιες γλώσσες… Στοιβαγμένοι σε παράγκες και τσαντίρια που ονομάστηκαν σαν κολαστήρια «Μόρια», τους βοηθούσαν οι απλοί άνθρωποι, εμφανίστηκαν σαν τα μανιτάρια στην κοινωνία μας ΜΚΟ, ιδιαίτερα συμφέροντα, πρωτόγνωρη αλληλεγγύη. Αλλά εκείνο που ξανάρθε κι ήταν μπροστά μου -και όχι στα βιβλία- ήταν ο «θάνατος πάλι» στα νερά του Καναλιού. Ξανάρθε στη μνήμη ο Μούτσης. «Κι αν φταίει κανείς να μην το πει, τα λόγια είναι της ντροπής». Και γέμισε ο υγρός τάφος στο κανάλι πνιγμένους στο Αρχιπέλαγος, αριθμοί παιδιών και γυναικών που δεν ξαναφάνηκαν να βρουν το όνομά τους, να τους φιλοξενήσει ένα κομμάτι γης. Αυτά τα παιδιά που «δεν έζησαν ακόμα» και πνίγηκαν σε υγρούς τάφους, που εξαφανίστηκαν από τις βόμβες και την πείνα στη Γενοκτονία της Γάζας και σε πολλά άλλα μέρη, παντού, στοιχειώνουν δυστυχώς, αυτό το πέρασμα ακόμα και τώρα. Χαστούκι στα δάκρυα του πολιτισμού, λοιπόν, το κανάλι σκοτώνει και τα δακρυσμένα μάτια θολώνουν τα νερά του. – «Ο,τι ραγίζει δεν πονά, ποτάμι ο κόσμος και περνά» συνεχίζει η φωνή του Δήμου Μούτση μέσα μου.

*Πολίτης του Αιγαίου