Στα 350 υψόμετρο από τη θάλασσα. Μπροστά τα Γαυριονήσια, η Γυάρος (τα Γιούρα) στο βάθος, η Σύρος αριστερά. Δεξιά, η νότια Εύβοια με την Καρυστία και τις κατακτητικές ανεμογεννήτριες, κατ’ ευφημισμόν… ήπιες μορφές ενέργειας και ανανεώσιμες που, επί της ουσίας, βλάπτουν το περιβάλλον και, αναμφισβήτητα, ωφελούν το οικονομικό ισοζύγιο των επιχειρηματιών που τις εμπορεύονται. Εμπόριο που επιεικώς λέγεται «αξιοποίηση» και, ψευδεπίγραφα, «ανάπτυξη».
Ανδρος, Ανω Απροβάτο. Βούλιαξε η δεύτερη πανσέληνος του φετινού Μάη, ξημέρωσε και πήρα τον ανήφορο, από το σπίτι (ερ-μπι-εν-μπι, που φίλη προς διευκόλυνση… προφοράς το λέει «μπίρι-μπίρι» και κάτι τέτοιο είναι τρομάρα μας!) μέχρι τον γιγάντιο πλαγιαστό βράχο από σχιστόλιθο και ερωτοχτυπημένη από βέλη καρδιά, που αγναντεύει το Αιγαίο σαν κεφάλι δεινόσαυρου και λέγεται Ντρά(σ)σα· αρβανίτικο, μου είπε ο… τυχαίος Αναστάσης, ντόπιος που με καλημέρισε.
Είδα, μετά, στο γκουγκλάρισμα πολλά και ενδιαφέροντα για τις ντράσες –πλατιές πλάκες από σχιστόλιθο– που συνήθως χρησίμευαν για στέγες στα σπίτια, ιδίως των ορεινών χωριών μας. Απόσταση γύρω στα 30 με 35 λεπτά, αλλά που να μην χορταίνει το μάτι ομορφιά και η ψυχή γαλήνη. Χαιρέτησα πέντε μοσχαράκια, που κοντοστάθηκαν στο συρματόπλεγμα και με χάζευαν, ενώ τις προηγούμενες μέρες, μόλις έβλεπαν να πλησιάζω, το έβαζαν στα πόδια.
Λίγο πιο πέρα πλησίασαν στον φράκτη και τα δύο γαϊδουράκια. Τις πρώτες μέρες το ένα με περιεργαζόταν και το άλλο ξεμάκραινε, σήμερα γκάριξαν στον χαιρετισμό μου, κάτι που το εξέλαβα –είμαι βέβαιος πως δεν κάνω λάθος– για καλημέρα. Διότι είναι γνωστό σε όσους κάτι σκαμπάζουν από ζώα ότι τα ζώα εξοικειώνονται με τον άνθρωπο απίστευτα πιο γρήγορα από ό,τι ο άνθρωπος με τα ζώα.
Επέστρεψα στο «μπίρι μπίρι» με διάθεση να πιω τον υπόλοιπο καφέ και να διαβάσω από το βιβλίο Σε πλάγιο φωτισμό, του φίλου Γιώργου Μαρκόπουλου, εκδόσεις Κέδρος, μια ανάσταση παλαιών ευκλεών ημερών με την αδάμαστη νοσταλγία του Γιώργου!
