Δύο κορίτσια κάθονται στο παγκάκι ενός πάρκου. Φοράνε γκρίζα ρούχα, τα νύχια τους μοιάζουν με νύχια αρπακτικών πουλιών, τα εμφυτεύματα στα πρόσωπά τους φωταγωγούν μια απέραντη θλίψη.
Υπάρχει κάτι το απαρηγόρητο σ’ αυτήν την εικόνα, κάτω από την επιθετικότητα των πολλών piercing και των σουβλερών νυχιών, κρύβεται μια ανυπολόγιστη ευθραυστότητα. Αγέλαστα, χλομά κορίτσια, έχουνε ραγίσει από καιρό, οι χυμοί της νιότης τους έχουν φύγει από μέσα τους, ο ψυχικός τους τόπος είναι μια άνυδρη ερημιά. Τα πρόσωπά τους έχουν την άχαρη ρηχότητα του επίπεδου, μοιάζουν με πιάτα σε σιγή.
Τα μάτια τους έχουν τη χιλιόχρονη ηλικία μιας βαθιάς κούρασης, δεν υπάρχει βάθος στο βλέμμα-οθόνη, μονάχα μια διαρκής εποπτεία των πιθανών κινδύνων που είναι πια στο σήμερα οι άνθρωποι, αυτά τα ολισθηρά χαντάκια που μέσα τους μπορεί να πέσουν τα κορίτσια, να χτυπήσουν ή να ακυρωθούν με τη βάναυση ευκολία ενός διαδικτυακού εικονιδίου ή με την άγνοια της μητέρας τους για τις νύχτες που κλαίνε σιωπηλά, τρέμοντας μην αποτύχουν στις εξετάσεις ή στην άγρια αρένα της επιβίωσης. Τα κορίτσια δεν παίζουν, δεν χαίρονται, δεν αγαπιούνται κι ούτε τους μαθαίνει κανείς να αγαπούν, προπάντων τον εαυτό τους.
Κι έτσι, τελειώνει ο κόσμος μέσα τους πριν καν αρχίσει, το τέλος είναι ήδη εδώ, κι αυτό το τέλος μοιάζει με μια αίθουσα αναμονής, θα έρθει δεν θα έρθει η ζωή, μα οι «πτήσεις» ακυρώνονται, ποτέ δεν ξεκινάει το ταξίδι.
Και τότε κάποια κορίτσια χαρακώνουν το δέρμα τους. Το αίμα τους αναβλύζει σαν ένα τελετουργικό θυσίας που εκπυρσοκροτεί πάνω από το βάραθρο της έλλειψης της αγάπης, ωστόσο το κενό είναι απύθμενο, η φωνή του αίματος δεν φτάνει ποτέ εκεί που λαχταρά να φτάσει, δεν υπάρχει γλώσσα απόκρισης για να τη συναντήσει, μόνο άπειρες εκδοχές της αντήχησης αυτού του κενού.
Κορίτσι ένα: Λένε πως είμαι όμορφη. Και έξυπνη. Και ευγενική αφού ποτέ δεν λέω όχι. Τα περισσότερα «ναι» με ρημάζουν, το μετανιώνω μετά, αλλά αυτά τα «ναι» είναι που με κάνουν να δείχνω καλή. Αν γίνω δύστροπη, αναιδής, κανείς δεν θα με θέλει, αυτό μου μάθανε.
Συχνά νιώθω τον φθόνο των συμμαθητριών μου και τότε θέλω να σβήσει από πάνω μου αυτή η ομορφιά που εξαιτίας της υποφέρω. Τότε σκέφτομαι να ξυρίσω το κεφάλι μου, να φορέσω μια φόρμα σαν αυτές που βάζουν στους κατάδικους. Να σβήσω θέλω, να εξαφανιστώ.
Κορίτσι δύο: Εγώ είμαι σε όλα μέτρια. Στην όψη, στα μαθήματα, στα κιλά, στην ομιλία. Εμένα κανείς δεν με προσέχει, κανείς δεν μου κάνει τη χάρη να με μισήσει ή να μ’ αγαπήσει. Εστω να με συμπαθήσει. Εστω να με φτύσει.
Οταν χαρακώνομαι, νιώθω ανακούφιση, γλιστράει από μέσα μου ο πόνος σαν ένα μακρύ, μαύρο φίδι και φεύγει για λίγο. Μέχρι την επόμενη φορά που θα πήξει πάλι μέσα μου αυτό το καταραμένο μαύρο και εγώ θα το ελευθερώσω ανοίγοντας τον δρόμο της λύτρωσης με τον τρόπο που ξέρω.
*Συγγραφέας
