Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ο καθένας μας έχει μέσα του ένα μικρό κομμάτι από τον Μηνά Χατζησάββα. Από τους εξηντάρηδες μέχρι τους εικοσάρηδες. Ο ξαφνικός και πρόωρος θάνατός του δεν προκάλεσε, όμως, απλώς συγκίνηση. Μας έκανε να γυρίσουμε πίσω σε χρόνια σημαντικά για τη χώρα μας και τον πολιτισμό της.

Στα παιδιά του «Ελεύθερου Θεάτρου» επί χούντας. Στο «Ανοιχτό Θέατρο» του Γιώργου Μιχαηλίδη. Στον νέο ελληνικό κινηματογράφο. Μέσα σε όλα ο Μηνάς, να κυριαρχεί, να ξεχωρίζει.

Ζητήσαμε από πέντε δικούς του ανθρώπους να μας μιλήσουν γι’ αυτόν. Ο Γιώργος Κόρρας είναι ο σκηνοθέτης της ιστορικής ταινίας «Τα παιδιά του Κρόνου», της πρώτης, ίσως, που μιλούσε για την ομοφυλοφιλία χωρίς ενοχές.

Η Υβόννη Μαλτέζου συνυπήρξε με τον Χατζησάββα στη δραματική σχολή του Εθνικού και στο «Ελεύθερο Θέατρο». Ο Γιώργος Μιχαηλίδης τού χάρισε τις πρώτες μεγάλες παραστάσεις του και τον καθιέρωσε. Η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη ήταν η απόλυτη, η μοναδική συμπρωταγω­νίστριά του στο «Ανοιχτό Θέατρο». Και η Φιλαρέτη Κομνηνού, μια τρυφερή του φίλη.

Γιώργος Κόρρας (σκηνοθέτης κινηματογράφου)

Ομοφυλοφιλία χωρίς καμία ενοχή

Γνώρισα τον Μηνά το 1970, ήθελε να γυρίσει τότε ο Γιώργος Μιχαηλίδης μια ταινία, κάναμε λίγες πρόβες. Αυτός πρωταγωνιστής, εγώ βοηθός σκηνοθέτη. Η ταινία δεν έγινε ποτέ, αλλά εμένα μου έμεινε ο Μηνάς. Ετσι έζησα από πολύ κοντά τις πρώτες παραστάσεις του «Ελεύθερου», ήμουν δίπλα τους, κάρφωνα, κρατούσα τη μηχανή στην προβολή που γινόταν στον «Αλή Ρέτζο». Από τότε συνοδοιπορήσαμε κανονικά με τον Μηνά. Συζήσαμε μέχρι το 1987, μια ζωή, δεκαεφτά χρόνια.

Οταν αποφάσισα να γυρίσω το 1985 τα «Παιδιά του Κρόνου» δεν υπήρχε περίπτωση να παίξει τον Θάνο άλλος από τον Μηνά. Ετσι κι αλλιώς από αυτόν ήταν εμπνευσμένος ως πρόσωπο και χαρακτήρας. Ημασταν νέοι και γενναίοι τότε. Ναι, ήταν δύσκολες οι εποχές για να θιγούν θέματα σαν την ομοφυλοφιλία ή να υπάρχει ανδρικό γυμνό στην οθόνη. Αλλά με μια έννοια ήταν και εύκολες εποχές.

Η γενιά μας ήταν η γενιά των χίπηδων, το γυμνό ήταν για μας κάτι το φυσικό, γυμνιστές ήμασταν όλοι, γεμίζαμε τις παραλίες, δεν είχαμε αναστολές, Μετά το AIDS άρχισε πάλι η ερωτική ελευθερία να μας βασανίζει. Ο Μηνάς και ο Τάκης ο Μόσχος, το ανδρικό ζευγάρι στην ταινία, δεν είχαν κανένα πρόβλημα να παίξουν γυμνοί, πιο δύσκολο μου φαινόταν να πείσω την Αννα Μακράκη, που δέχτηκε κι αυτή.

Τα «Παιδιά του Κρόνου» ήταν πρωτοποριακή ταινία γιατί δεν ήταν ενοχική. Είχε προηγηθεί ο «Αγγελος» του Κατακουζηνού, αλλά εκεί το αίσθημα της ομοφυλοφιλίας ήταν ενοχικό, οδηγούσε στο έγκλημα. Σε μας η ομοφυλοφιλία ήταν μια καθημερινότητα. Η Σώκου έγραψε στην κριτική της: «Η ταινία διαπνέεται από ένα ελεύθερο ομοφυλόφιλο πνεύμα».

Τα «Παιδιά του Κρόνου» είχαν επιτυχία, ήταν η μόνη ταινία που έκοψε τότε εισιτήρια. Πήρα, θυμάμαι, κάπου 300 χιλιάδες δραχμές, ζούσαμε τότε με πολύ λίγα, βγάλαμε με τον Μηνά τρεις μήνες.

Ο Μηνάς ως ηθοποιός είχε μια εξέλιξη της γκάμας του. Τον ένα χρόνο που σπούδασε στο Παρίσι, στα Cours Simon, του έλεγε ο Σιμόν: «Εσύ είσαι ηθοποιός molieresque, είσαι jeune comique, έχεις καταπληκτική κίνηση» και του έδινε να παίξει Σγαναρέλο και διάφορους υπηρέτες στον Μολιέρο. Ηταν ένας αεικίνητος νεαρός, θα μπορούσε κάλλιστα να έχει παίξει τον «Υπηρέτη δύο αφεντάδων».

Αλλά, αυτό είναι το σημαντικό, εξελίχτηκε σε πολύ σοβαρό ρολίστα. Και μπορούσε πια να παίξει τα πάντα, μεγάλους ρόλους, ενώ γενικά οι ζεν κομίκ όταν αρχίσουν να γερνάνε, δυσκολεύονται. Η Βαλάκου, ας πούμε, έμεινε ενζενί μέχρι τα 90 της, κάτι το παράταιρο.

Για τον χαρακτήρα του Μήνα θέλω απλώς να επαναλάβω μια φράση που είχε πει σε ανύποπτο χρόνο η Αλεξάνδρα Παντελάκη: «Είναι ο μόνος από το σινάφι μας που η επιτυχία δεν τον αλλοτρίωσε, δεν τον ξίπασε, δεν του άλλαξε τον χαρακτήρα». Παρέμεινε άνετος να πλησιάσει τον οποιοδήποτε και έδινε σε όλους το δικαίωμα να τον πλησιάσουν. Ηταν αυτό που λέμε προσηνής και ευπροσήγορος. Ενας απλός άνθρωπος.

Καρυοφυλλιά Καραμπέτη (ηθοποιός)

Ηξερα την ανάσα του και ήξερε τη δική μου

Οταν σου ζητιέται να συμπυκνώσεις μέσα σε λίγες γραμμές μια ολόκληρη ζωή, νιώθεις πόσο μικρές και αδύναμες είναι οι λέξεις. Το παράλογο σου τρυπάει την καρδιά.

Ο Μηνάς δεν ήταν για μένα μόνο φίλος και αδελφός, πάντα δίπλα μου σε χαρές και λύπες. Ηταν πάνω απ’ όλα δάσκαλος και οδηγός. Ενα πνεύμα ελεύθερο, επαναστατικό, με τεράστια αγάπη για κάθε τι νέο, φρέσκο και πειραματικό στον χώρο της τέχνης. Ο ενθουσιασμός του για το καινούργιο θέατρο, οι ατέλειωτες συζητήσεις μας μετά από κάθε παράσταση ή ταινία που είχε δει, με επηρέαζαν πάντα βαθιά και διαμόρφωναν μέρα τη μέρα και τη δική μου αισθητική.

Μισούσε οποιαδήποτε μορφή συντηρητισμού, τόσο στην τέχνη όσο και στη ζωή. Ετρεχε ακούραστος, μαζί με τον σύντροφό του Κώστα, να δει τα πάντα, να ενημερωθεί για όλα. Τα τελευταία χρόνια είχε τρελαθεί με το Φεστιβάλ Αθηνών, κάθε βράδυ ήταν εκεί, με πάθος και χαρά εφήβου. Το σπίτι τους μετά ήταν ανοιχτό για όλους τους φίλους, ο ιδανικός χώρος συμποσίου -γεύσεις, γέλια και ποίηση. Ο Μηνάς κι ο Κώστας έκαναν τον κόσμο ένα καλύτερο μέρος.

Παίξαμε μαζί σε πολλές παραστάσεις, από πολύ νέοι μέχρι πρόσφατα. Με δίδασκε συνεχώς ο τρόπος που εξελισσόταν και ωρίμαζε ως ηθοποιός, τον θαύμαζα, τον αγαπούσα, δεν υπήρχε συνάδελφος με τον οποίον να είχα καλύτερη σκηνική επικοινωνία, ήξερα την ανάσα του και ήξερε τη δική μου. Ηταν υπέροχος, αληθινός, αθώος –ένα παιδί γεμάτο τρυφερότητα, καλοσύνη και ευγένεια∙ αυτό που λέμε σπάνιο πλάσμα.

Η στάση του στη ζωή ήταν πάντα ένα μάθημα ήθους. Η έγνοια του για τους άλλους, η βαθιά ανθρωπιά του, η θλίψη και η οργή του για το πού βαδίζει ο κόσμος, για το προσφυγικό, για την άνοδο του φασισμού. Ισως αυτό που δείχνει καλύτερα τι άνθρωπος ήταν να είναι αυτό το γεγονός: Στις αρχές του καλοκαιριού του 2013, στις γενικές δοκιμές του «Αγαμέμνονα», έπαθε ένα πολύ ανησυχητικό καρδιακό επεισόδιο. Κανονικά θα έπρεπε να αποσυρθεί από την παράσταση για να κάνει μια επέμβαση ανοιχτής καρδιάς. Επέλεξε να την αναβάλει για το φθινόπωρο και να υποστεί το βάρος μιας τεράστιας καλοκαιρινής περιοδείας, ώστε κανείς συνάδελφος να μη στερηθεί το μεροκάματό του, ρισκάροντας την ίδια του τη ζωή.

Γιώργος Μιχαηλίδης (σκηνοθέτης, δημιουργός του «Ανοιχτού Θεάτρου»)

Ζήσαμε μαζί δόξες

Ο Μηνάς ήταν ένας εξαιρετικός ηθοποιός και ένας εξαιρετικός άνθρωπος. Αυτό το ήθος του έβγαινε και πάνω στη σκηνή, η ευγένειά του κυριαρχούσε και στην υποκριτική του. Ολοι μιλούσαν για έναν καλό άνθρωπο, ευγενικό και τρυφερό.

Συνεργαστήκαμε δεκατέσσερα χρόνια κι έπαιζε πάντα πρώτους ρόλους. Από τον «Αμλετ» μέχρι την «Ανθή» του Ανδρέγεφ, μέχρι τον Βενέδικτο στο «Πολύ κακό για τίποτα» και τον Αγαμέμνονα στην τριλογία του Αισχύλου. Αξέχαστη θα μου μείνει η ερμηνεία του στο «Κρίμα που είναι πόρνη» και δεν ήταν η μοναδική σπουδαία.

Τον αγαπούσα πολύ και η συνεργασία μας ήταν άψογη. Αυτά τα δεκατέσσερα χρόνια ήταν μια δόξα για μένα, αλλά και για τον Μηνά, την Καρυοφυλλιά, την Ντίνα Μιχαηλίδη, τον Κώστα Γαλανάκη, τον Ζαχαρία Ρόχα, τη Μαριέττα Σγουρδαίου.

Ολοι αυτοί για μένα θα είναι πάντα παιδιά, τα παιδιά μου. Περάσαμε στιγμές αξέχαστες, μοναδικές. Οχτώ μήνες με τις «Τρεις αδελφές», ένα χειμώνα με την «Ορέστεια», οκτώ μήνες με το «Κρίμα που είναι πόρνη».

Ο Μηνάς ήταν φίλος μου, δεν ήταν συνεργάτης απλώς. Θα μου είναι και μου είναι αλησμόνητος.

Φιλαρέτη Κομνηνού (ηθοποιός)

Χαιρόταν σαν παιδί

Ο Μηνάς κατόρθωσε στην οικογένεια του θεάτρου το ακατόρθωτο: να τον αγαπάνε όλοι και να τον θαυμάζουν όλοι… Κάναμε στενή παρέα τα τελευταία χρόνια και διακοπές στα Πολιτικά της Εύβοιας. Τον έζησα στην καθημερινότητά του και γι’ αυτήν θέλω να μιλήσω.

Υπάρχει μια λέξη σε μας που καταγόμαστε από τη Μικρασία -ο Μηνάς καταγόταν από την Καππαδοκία- που του ταιριάζει. Το κιμπαριλίκι, που σημαίνει αρχοντιά. Ηταν άρχοντας σε όλα του. «Είσαι πολύ καλός για να ‘σαι αληθινός», του έλεγα καμιά φορά, «και τόσο επικούρειος…» .

Τρελαινόταν για το καλό φαγητό –ο Κώστας τού μαγείρευε απίστευτες γκουρμεδιές- και γούσταρε το καλό κρασί. Κάθε φορά που ανακάλυπτα ένα σπάνιο κρασί τον Μηνά σκεφτόμουν πρώτα και τη χαρά που θα έκανε όταν θα το δοκίμαζε. Και όταν χαιρόταν γινόταν σαν παιδί. Επαιρνε και εκείνο το σκανδαλιάρικο ύφος…

Τη χάρηκε τη ζωή του ο Μηνάς. Λάτρευε το θέατρο και τον Κώστα. Και όταν πίστευε σε κάτι το υπερασπιζόταν παθιασμένα χωρίς να φοβάται συνέπειες και διάφορα άλλα. Ηταν πραγματικά Αντρας ο Μηνάς.

Φοβόταν όμως τον εξευτελισμό της αρρώστιας. Ισως και γι’ αυτό «διάλεξε» να φύγει έτσι… Α ρε Μηνά, εσύ έφυγες. Εμείς τι κάνουμε χωρίς εσένα…

Υβόννη Μαλτέζου (ηθοποιός)

Το κρεβάτι του κάτω από τη σκηνή

Με τον Μηνά βρεθήκαμε μαζί στη Σχολή του Εθνικού, στο ίδιο έτος. Είχε επιστρέψει από το Παρίσι, είχε κάνει ένα χρόνο στα Cours Simon και είχε ήδη αποκτήσει μια μοναδική ικανότητα στην κίνηση. Γι’ αυτό και ήταν πάντα ο αγαπημένος μαθητής της Μαρίας Χορς. Ξεχώριζε από όλους μας.

Ημασταν δεμένη χρονιά. Ο Κώστας Αρζόγλου, ο Νίκος Σκυλοδήμος, η Σμαράγδα Σμυρναίου, η Αννα Βαγενά, η Βάσια Τριφύλλη… Και με έναν περίεργο τρόπο μάς πρόσεξαν αμέσως. Είχε κάνει τότε στο περιοδικό «Ψυχαγωγία» ο Γιάννης Ξανθούλης ένα αφιέρωμα για μας, «αυτή η χρονιά του Εθνικού θα ξεχωρίσει», έγραφε.

Μας είχε ζητήσει να φωτογραφηθούμε ο καθένας με το κοστούμι του ρόλου που ονειρεύεται. Χωθήκαμε στο βεστιάριο του Εθνικού, ο Μηνάς διάλεξε τον Μίσκιν από τον «Ηλίθιο», εγώ την Μπλανς Ντιμπουά.

Μαθητές ακόμα στο Εθνικό, αναλάβαμε να παίξουμε «Ρωμαίο και Ιουλιέτα». Κάναμε πρόβες στη Νέα Σμύρνη σε έναν χώρο κοντά στο σπίτι του, όπου, όσο περίεργο κι αν φαίνεται, υπήρχε κάτι σαν ιταλική σκηνή! Εκεί δουλεύαμε με κέφι, εκεί όμως ήταν και το… κρεβάτι του Μηνά. Ανοιγε μια καταπακτή στη σκηνή και από κάτω, σε ένα μικρό χώρο κοιμόταν. Μου φαινόταν σαν ένα σημάδι με νόημα.

Οταν αποφασίσαμε να κάνουμε το Ελεύθερο Θέατρο, ο Μηνάς ήταν πρώτη γραμμή. Ιδρυτικό μέλος. Επαιξε στην πρώτη μας παράσταση, το 1970, την «Οπερα του ζητιάνου». Και μετά «Ιστορία του Αλή Ρέτζο», «Μια ζωή Γκόλφω», όλα αυτά μέσα στη χούντα, και, τέλος, στον «Τυχοδιώκτη», που ανεβάσαμε στο «Βρετάνια», Μεταπολίτευση πια.

Τα χρόνια του «Ελεύθερου» ήταν η αποθέωση της ομαδικής δουλειάς, που τόσο πίστευε ο Μηνάς ακόμα και όταν έφυγε και ανοίχτηκε στο θέατρο. Ηταν και η εποχή που οι περισσότεροι από μας, άσχετοι με τα πολιτικά, αν εξαιρέσεις τον Κοτανίδη και τον Καμπερίδη, πολιτικοποιηθήκαμε.

Μας θυμάμαι με τον Μηνά να διαβάζουμε Μαρξ για να προετοιμαστούμε για παράσταση -κι εγώ να δραπετεύω στον Καραγάτση. Κοιτάζω τις φωτογραφίες από εκείνα τα χρόνια, στο Εθνικό, στις αναγνώσεις του «Ελεύθερου». Μου κάνει εντύπωση το βλέμμα του Μηνά. Κοιτάει κατευθείαν μπροστά σοβαρός και σαν θλιμμένος.

Αργήσαμε να ξαναβρεθούμε στη σκηνή. Τον παρακολουθούσα, τον θαύμαζα, κυρίως για την τόλμη του. Δεν έχω ξαναγνωρίσει άλλον ηθοποιό σαν αυτόν, να μη νιώθει καμία ντροπή, να εκτίθεται απόλυτα. Νιώθω πολύ τυχερή που συνυπήρξαμε τελευταία στο Εθνικό στο «Ετσι είναι αν έτσι νομίζετε» του Καραντζά και στο «Μεφίστο» του Μαστοράκη.

Ηταν ο Μηνάς που ήξερα. Οσο κι αν είχε εξελιχθεί ως ηθοποιός, παρέμενε το παιδί με την εκπληκτική κίνηση και τον ρυθμό στο σώμα. Σαν ζαρκάδι. Είχε κι αυτά τα μακριά, πολύ μακριά χέρια, σαν φτερούγες.

Ημασταν μαζί κι αυτό το καλοκαίρι στην παράσταση που έμελλε να είναι η τελευταία του, τους «Τυφλούς» της Ζωής Χατζηαντωνίου στο Φεστιβάλ. Ευτυχισμένος, με όνειρα, είχε συνέλθει εντελώς από την επέμβαση στην καρδιά. Πλημμύριζε από χαρά. Ερχόταν στις πρόβες με κουλουράκια και κεράσματα. Κύματα αγάπης. Ναι, αυτό εξέπεμπε ο Μηνάς. Οχι αγάπη. Κύματα αγάπης.