Παρά τις ουκ ολίγες τρικλοποδιές της οικονομικής κρίσης -και όχι μόνον!- η ΕΛΣ αναρριχάται σκαλί σκαλί και με επιτυχία στην ανηφόρα προς μια θεαματική ενηλικίωση.
Την Παρασκευή, 13/11/2015, στην κατάμεστη αίθουσα «Αλεξάνδρα Τριάντη», πρόσφερε στο αθηναϊκό κοινό τo πρώτο, σύγχρονο, πλήρως σκηνοθετημένο ανέβασμα της όπερας του Μπελίνι «Καπουλέτοι και Μοντέκκοι».
Ηταν μια συμπαραγωγή με τα ιδρύματα Αρένα της Βερόνας και Θέατρο «Ο Φοίνικας» της Βενετίας. Σε συνολική εκτίμηση, η παράσταση υπό τον Λουκά Καρυτινό άφησε άριστες εντυπώσεις, ένθεν και το παρατεταμένο, θυελλώδες χειροκρότημα από το κοινό στο τέλος.
Ο Γάλλος σκηνοθέτης Αρνό Μπερνάρ είναι γνωστός στο αθηναϊκό κοινό από παλαιότερες δουλειές του («Θαΐς», Μέγαρο Μουσικής 2008/09, «Ο μαγικός αυλός», ΕΛΣ, 2010/11).
Σε συνεργασία με τον σκηνογράφο Αλεσάντρο Κάμερα και την ενδυματολόγο Κάρλα Ρικότι πρότεινε μια ευφυή, πειστική, εξαιρετικά καλαίσθητη σκηνοθεσία του αριστουργήματος του ρομαντικού μπελ-κάντο.
Αντιμετωπίζοντας το χάσμα ανάμεσα στον πλούτο της μπελίνειας μουσικής και το θεατρικά αναιμικό ποιητικό κείμενο του Ρομάνι ως «προσχέδιο που έπρεπε να συμπληρωθεί παρά ως απουσία», τόλμησε μιαν έξυπνη μεταφορά: οπτικοποίησε την έννοια της «μουσειακής όπερας» βάζοντας τους χαρακτήρες και τη δράση να ξεπηδούν –κυριολεκτικά!– μέσα από τα εκθέματα μιας πινακοθήκης, όπου προετοιμάζεται σήμερα μια έκθεση έργων ρομαντικής ζωγραφικής.
Χορογραφία δράσης επεξεργασμένη σε στενότατη συνάφεια προς τη μουσική, «παγωμένα» πλάνα και λεπτομερώς διδαγμένοι κινησιολογικοί βερμπαλισμοί μετέφρασαν πιστά την εξιδανικευτική αισθητική του ρομαντικού μπελ-κάντο σε μια οπτική αφήγηση/κέντημα, αναπληρώνοντας τη θεατρική αδυναμία της συγκεκριμένης όπερας.
Βαριά κουστούμια εποχής, θερμά χρώματα και υποβλητικοί φωτισμοί α λα-Καραβάτζο/Ρέμπραντ συνέθεταν διαδοχικά ζωγραφικά στιγμιότυπα, ενώ, σε δεύτερο επίπεδο, το σιωπηρό πήγαινε-έλα των τεχνικών του «μουσείου», που έστηναν την έκθεση, συντηρούσε την απόσταση από τον ρεαλισμό.
Βοηθούντος και του μουσικού μέρους, το όλον πρόσφερε μιαν ασύλληπτης ομορφιάς, άρρηκτης ενότητας οπτικοακουστική εμπειρία. Αδιάσειστη απόδειξη του πόσο η όπερα είναι θέατρο.
Με λιγοστές, δευτερεύουσας σημασίας ανισότητες, η παράσταση ήταν και μουσικά εξαιρετική.
Εκτός από σκηνική παρουσία πραγματικά ιδανική για τους επώνυμους πρωταγωνιστικούς ρόλους, η Ελληνίδα μεσόφωνος Μαίρη-Ελεν Νέζη (Ρωμαίος) και η Ρουμάνα υψίφωνος Μιχαέλα Μάρκου (Ιουλιέτα) ανταποκρίθηκαν άριστα στις φωνητικά, τεχνικά και εκφραστικά υψηλότατες προδιαγραφές του μπελίνειου μπελ-κάντο: επαρκέστατο φωνητικό εύρος, φωνές διακριτές, που συνηχούσαν ηδονικά, καλαίσθητο, δεξιοτεχνικά άριστο και στιλιστικά ταιριαστό τραγούδι, αντίληψη της ερμηνευτικής αισθητικής του ρόλου, άριστη ανταπόκριση στην ιδιαίτερη, εικαστική σύλληψη του σκηνοθέτη.
Τη διανομή συμπλήρωσαν μονωδοί από το δυναμικό της ΕΛΣ, ενσαρκώνοντας καλά έως πολύ καλά δευτεραγωνιστικούς και βοηθητικούς ρόλους: ο υποβλητικός βαθύφωνος Τάσος Αποστόλου ως Καπέλιο, ο τενόρος Γιάννης Χριστόπουλος ως Τεμπάλντο, ο βαθύφωνος Πέτρος Μαγουλάς ως Λορέντζο.
Παρ’ ότι στο ξεκίνημα είχε επ’ ολίγον μικροπροβλήματα συντονισμού με ορχήστρα και μονωδούς, η Χορωδία της ΕΛΣ ανταποκρίθηκε καλά στον βαρύνοντα ρόλο που προβλέπει γι’ αυτήν η παρτιτούρα, αλλά και στα όσα -όχι λίγα!- απαίτησε ο σκηνοθέτης.
Ο έμπειρος αρχιμουσικός Λουκάς Καρυτινός εμφύσησε στην παράσταση τον ιδιαίτερο συνδυασμό στιλιζαρισμένης φραστικής, σφρίγους και μελωδικότητας που ζητά η πρωτορομαντική γραφή.
Πολύ καλή υπήρξε η Ορχήστρα της ΕΛΣ, θαυμάσια τα κρίσιμα σόλι από φλάουτο, κλαρινέτο, κόρνο, άρπα.
ΥΓ: Μιλώντας για μπελ-κάντο, έχουν περάσει τρεις δεκαετίες –και μια ολόκληρη γενιά Ελλήνων τραγουδιστών- από τότε που ανέβασε η ΕΛΣ για τελευταία φορά «Υπνοβάτιδα» (1978/79) και «Λουτσία» (1981/82)…
