Αναμφισβήτητα μία από τις πλέον ενδιαφέρουσες προτάσεις της χρονιάς, η «Κόρη του λοχαγού» του Πούσκιν στη θεατρική μεταφορά της από τον Κωνσταντίνο Ασπιώτη και την ομάδα του επιβεβαιώνει αυτό που πολλές φορές έχουμε επαναλάβει σε αυτήν εδώ τη στήλη. Το θέατρό μας έχει φανερά κατακτήσει τις σύγχρονες αφηγηματικές μεθόδους, τους κώδικες, όπως λέγεται, του λεγόμενου «μεταμπρεχτικού» θεάτρου, και είναι πλέον ικανό να μεταδώσει στο κοινό του τη (σχεδόν «οποιαδήποτε») ιστορία με απλότητα, ενέργεια και άπλετη θεατρική χάρη. Η φόρμα αυτού του θεάτρου είναι λίγο πολύ γνωστή σε όλους. Μια ομάδα με ελάχιστα μέσα και με επιτηδευμένα «φτωχή» την εικόνα της επιχειρεί να αναπληρώσει το χάσμα ανάμεσα σε ένα δραματικό σύμπαν και τον κόσμο της σκηνής, βάζοντας σε δράση το τέχνασμα της μεταμόρφωσης. Αφθονη σωματική δράση επί σκηνής, ζωντανή μουσική, «σπάσιμο του τέταρτου τοίχου», μετωπική απεύθυνση των ηθοποιών, τεθλασμένη κίνηση ανάμεσα στη σοβαρότητα και ανεμελιά, καμουφλάρισμα της καλά επεξεργασμένης και προετοιμασμένης σκηνοθετικής πρότασης πίσω από το κάλυμμα μιας «δήθεν πρόβας» και, για το τέλος, η διάχυτη αίσθηση μιας «εφηβικότητας», που δίνει στα πράγματα την ευμετάβλητη, άγουρη μα και ειλικρινή τους φύση.
Αυτό το θέατρο, που λίγοι θυμούνται πια πως, αν έγινε διεθνώς δημοφιλές κάποτε, το οφείλει στο «Θέατρο του Ηλιου» της Μνουσκίν, αποτελεί έναν από τους κανόνες του λεγόμενου «νεανικού θεάτρου» της χώρας μας, ακόμα κι αν τα πορίσματα δεν είναι πάντα τα προσδοκώμενα. Ομως αυτή τη φορά, στον χώρο του Κεραμεικού, το παλιό έργο του Πούσκιν (1836) βρίσκει με αυτό ακριβώς το θέατρο τον πλέον κατάλληλο αγωγό του προς το κοινό. Η «Κόρη του λοχαγού», το μόνο μυθιστόρημα του μεγάλου Ρώσου ποιητή, αποτελεί ένα λογοτεχνικό οροπέδιο μεταξύ δύο άλλων κορυφών του: Από τη μια του ποιητικού του έργου κι από την άλλη του εξίσου σημαντικού ιστορικού πονήματος που συνέταξε ο ίδιος για την ξεχασμένη σήμερα αγροτική επανάσταση -μια από τις πολλές-, με ηγέτη τον Εμιλιάν Πουγκατσόφ, που συντάραξε τις ρωσικές στέπες του 18ου αιώνα. Με βάση τις ιστορικές έρευνές του, ο Πούσκιν απαθανατίζει τη μορφή και τους αγώνες του Σπάρτακου εκείνου της ρωσικής στέπας και μάλιστα ακολουθώντας δύο τρόπους: με την επιστήμη πρώτα, ώστε να διαφυλαχτεί η διαλεκτική της Ιστορίας. Και με τη λογοτεχνία έπειτα, για να σωθεί με αυτήν η διαλεκτική του προσώπου πίσω από την Ιστορία. Με την «Κόρη του λοχαγού», η πρώτη πηγαίνει στο φόντο, για να έλθει στο προσκήνιο η δεύτερη, η επανάσταση του προσώπου, η εξέγερση της επιθυμίας του, ο διαφωτισμός και η ενηλικίωση, με οδηγούς το πάθος, τον έρωτα και τη νεανική αποκοτιά. Με δυο λόγια; Καθαρός Ρομαντισμός!
Η «Κόρη» διαγράφει την πορεία του κεντρικού ήρωα Πιοτρ Αντρέγιεβιτς Γκρινιόφ από αμούστακο παιδί σε συνειδητοποιημένο πατριώτη της μεγάλης Ρωσίας, πολεμιστή του Καλού αλλά και αφοσιωμένο σύντροφο της καλής του. Για να το πετύχει αυτό ο Γκρινιόφ, θα περάσει, βέβαια, από χίλιες περιπέτειες -το έργο εξάλλου θεωρείται πρότυπο ως προς το περίφημο «τόξο του ήρωά» του, που τόσο χρησιμοποιήθηκε αργότερα από τον κινηματογράφο-, όμως στο τέλος η προσήλωσή του, η αρετή και η αγάπη του θα επιβραβευθούν -με τρόπο θεαματικό, τόσο θεαματικό ώστε η πραγματικότητα της νουβέλας να εκβάλλει σχεδόν στο δέλτα της ουτοπίας.
Ναι, προκαλεί ίσως θυμηδία η τόση πια ευτυχία της «Κόρης», όταν μάλιστα αυτή έρχεται απότομα και άνωθεν από την τσαρίνα Αικατερίνη, που αναλαμβάνει, στο τέλος, τον ρόλο του «από μηχανής βασιλέα»… Μα το έργο του Πούσκιν αποτέλεσε πρότυπο για πολλά άλλα έργα στη συνέχεια, που μοιραίο ήταν να εξαντλήσουν το κοίτασμά του. Αν, λοιπόν, μας μοιάζουν σήμερα μελοδραματικά η πλοκή και το χάπι εντ της «Κόρης», είναι γιατί διαβάζουμε Πούσκιν μέσα από τα φίλτρα των επιγόνων που αξιοποίησαν μέχρι τελευταίας ρανίδας τους ήρωές του. Στην εποχή του, όμως, όλα αυτά έλαμπαν σαν διαμάντια, ήταν πρωτότυπα και ήταν ως έναν βαθμό επαναστατικά.
Χρειάζεται, λοιπόν, μια προσέγγιση που από τη μια να παραδέχεται με ειλικρίνεια πως μέρος της δυσκολίας αφορά την παλαιότητα του έργου. Και από τη άλλη να μεταδίδει, πέρα από την καταιγιστική δράση του, κάτι από τον βυθό των ηρώων που αναδύεται σε αυτό. Αυτό ακριβώς πετυχαίνει ο Κωνσταντίνος Ασπιώτης, έχοντας για σύμμαχο αρχικά τη διασκευή της «Κόρης» από τον ίδιο και, ακολουθώντας, όπως είπαμε, μια δοκιμασμένη πια φόρμα.
Θα ήταν άδικο ωστόσο ένα γενικό σχήμα περιγραφής να μας εμποδίσει από το να σταθούμε σε πολλά επιμέρους ευρήματα, που φανερώνουν τη δεξιότητα του σκηνοθέτη και της ομάδας του. Η ποιητική αναπαράσταση του θανάτου, ας πούμε, από τον Ασπιώτη, όπως μεταφέρεται με πεσμένα σακάκια στο δάπεδο της σκηνής, είναι επιβλητική στην απλότητά της. ‘Η η μεταφορά της μάχης σαν ηχητική συναίσθηση μοναδικής δραματικότητας και ακρίβειας. Η πρωτότυπη μουσική του Γιώργου Χριστιανάκη εκτελείται ζωντανά από τους ηθοποιούς και γίνεται πρότυπο της ενεργής μουσικής δραματουργίας, μαζί με τους φωτισμούς του Τάσου Παλαιορούτα, τα απλά και λειτουργικά κοστούμια της Διδώς Γκόγκου και τα μετασχηματιστικά σκηνικά της Ζωής Μολυβδά Φαμέλη.
Ο Μιχάλης Οικονόμου αναλαμβάνει τον κεντρικό ρόλο του Γκρινιόφ, για να τον οδηγήσει από την αρχική ανωριμότητα στην κατασταλαγμένη συνείδηση. Η επιτυχία του είναι πως ποτέ ο ήρωάς του δεν συμβαδίζει με το πρότυπο του «μεγάλου ήρωα» -ο δικός του Γκρινιόφ παραμένει ώς το τέλος ένα «παιδί» που βλέπει τον κόσμο με τα μάτια της αθωότητας -σημάδι πως διατηρεί την ικανότητα να βλέπει τις ατέλειες και να θέλει να τις αλλάξει. Ο Παντελής Δεντάκης αναλαμβάνει ένα πλήθος ρόλων και μέρος της γοητείας της παράστασης οφείλεται στη δική του, την «τριτοπρόσωπη», ερμηνεία. Γεμάτος ενέργεια, χιούμορ και δεξιότητα, ο καλός ηθοποιός γίνεται ο πρώτος μπαλαντέρ της παράστασης. Ο Σταύρος Σβήγκος κατορθώνει να χωρέσει κι αυτός σε πολλούς ρόλους, επιτυγχάνει μάλιστα να τους δέσει όλους σε μια αλυσίδα κοινής συνθήκης: ο ρόλος τελικά που αναλαμβάνει είναι ο ρόλος του «αντίμαχου» στον ήρωα, μα και του τυχοδιώκτη, διαχρονικού επιβιώσαντα της κάθε κρίσης. Η Θάλεια Σταματέλου παίζει την ενζενί, τυπικό πρόσωπο κάθε ρομαντικού μελοδράματος, με τις συμφορές να την πλησιάζουν η μία μετά την άλλη, μα στο τέλος να αφήνουν ανέγγιχτη την αθωότητά της. Το ότι η νέα ηθοποιός μπορεί να δώσει σκηνικό κύρος σε αυτό το πρόσωπο φανερώνει την ερμηνευτική της δεινότητα. Τέλος, η Μαριάμ Ρουχάτζε αποτελεί τον δεύτερο μπαλαντέρ της παράστασης. Οι ρόλοι που αναλαμβάνει είναι σύνθετοι, μα δραματουργικά και ερμηνευτικά άριστα δομημένοι από την ίδια.
Μια παράσταση που, χωρίς αμφιβολία, θα γεμίσει σύντομα το θέατρο του Κεραμεικού με θεατές και συνένοχους στο ίδιο παιχνίδι του θεάτρου και της μεταμόρφωσης.
