ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Γρηγόρης Ιωαννίδης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Μεγάλη επιτυχία του Φεστιβάλ να ανοίξει τις πύλες του φέτος με την παραγωγή του Βαρλικόφσκι, άρτι αφιχθείσα μετά την πρώτη εμφάνισή της στη Βαρσοβία. Το Φεστιβάλ μάλιστα υπήρξε συμπαραγωγός, γεγονός που φανερώνει τη στενή σχέση που έχει αναπτύξει πια το θέατρό μας με τον διάσημο σκηνοθέτη. Με όλη την ανατολικοευρωπαϊκή φιλοσοφία, την ιδιάζουσα οπτική και την εγκεφαλική λειτουργία του ο Βαρλικόφσκι έχει αμετάκλητα συνδεθεί μαζί μας –μετράμε άλλωστε πλέον 10 χρόνια στην πλατεία του. Με δυο λόγια, οι περισσότεροι που έσπευσαν να παρακολουθήσουν στην Πειραιώς το νέο πόνημά του διόλου άπειροι δεν ήταν. Ηξεραν και περίμεναν ένα θέατρο απαιτητικό και ευφυές, που θέτει περισσότερες απορίες παρά απαντήσεις.

Και έτσι έγινε και πάλι… Μια τετράωρη -και βάλε- παράσταση πλήρης αναφορών, υποσημειώσεων και παραπομπών, χαμένη στον λαβύρινθο του ακανθώδους θέματός της, χωρίς την παραμικρή προσπάθεια να μειώσει τον μόχθο μας, παρά μόνο συγκεντρωμένη στον στόχο να μας οδηγήσει στο κέντρο της σκέψης της. Εδώ ο Κουτσί χόρευε εκστατικά με τον Κάφκα, τα γιαπωνέζικα άβαταρ συνομιλούσαν με τις λογοτεχνικές περσόνες και ο Κίρκεργκαρντ έπιανε από το χέρι τον Φάουστ και την Πατερική Φιλοσοφία περί Προσώπου… Το τι αποκόμισε βέβαια ο καθείς από όλα εξαρτάται από το οπλοστάσιο και την όρεξή του… Μα το πώς όλα γίναν θέατρο που ρωτάει για τον άνθρωπο μέσα του αποτελεί μυστικό μονάχα της μαεστρίας του Πολωνού σκηνοθέτη.

Ας πούμε λοιπόν, για χάρη της αναλυτικής προσέγγισης, πως η παράσταση δομήθηκε σε επίπεδα. Το πρώτο αφορά την εισαγωγή και παρουσιάζει ένα δημοφιλές στον χώρο των εικαστικών τεχνών και βιντεοπαιχνιδιών «άβαταρ», ένα πρόσωπο δηλαδή άμεσα αναγνωρίσιμο και λειτουργικό, χωρίς περαιτέρω υπαρξιακή υπόσταση. Πρόκειται για την «Αν Λι», την ψηφιακή φιγούρα που αγοράστηκε από τους καλλιτέχνες Παρένο και Χάις το 1999 για κάποια ιαπωνική εταιρεία παιχνιδιών. Το ολιγόλεπτο animation «Anywhere Out of the World» του Παρένο λοιπόν, με το οποίο ανοίγει η παράσταση του Βαρλικόφσκι, παρουσιάζει την ψηφιακή αυτή «μάσκα» με τα κενά μάτια, την άδεια αλλά και πάντα έτοιμη να καλύψει όποιο πρόσωπο την υποστηρίζει.

Να τη λοιπόν η πρώτη ερώτηση μπροστά μας. Υπάρχει άραγε η Αν Λι χωρίς ανθρώπινη παρουσία; Παλιά -πριν από μόλις είκοσι χρόνια- η απάντηση θα ήταν εύκολη: Μα όχι βέβαια! Κι ωστόσο σήμερα, σε έναν κόσμο που παραδίδεται στο ψηφιακό του κοσμοείδωλο, μοιάζει να συμβαίνει το αντίθετο. Είναι η Αν Λι αυτή που μιλάει, κινείται, ζει στη θέση του δημιουργού και εμψυχωτή της. Αυτή «υπάρχει» στον κόσμο με τον ίδιο, αν όχι εμφατικότερο, τρόπο με εκείνον του καλλιτέχνη που καλύπτεται πίσω της. Η Αν Λι και ο Παρένο είναι μόνο ονόματα σκορπισμένα στην αχλή του κόσμου μας.

Περνάμε έτσι στο δεύτερο επίπεδο, κι από τα άβαταρ των παιχνιδιών στις περσόνες της λογοτεχνίας. Μήπως δεν υπήρξαν και εδώ νοερές επινοήσεις που κάλυψαν τους συγγραφείς τους αποκτώντας κάποτε πρόθεση, χαρακτήρα, «ζωή»; Ο Βαρλικόφσκι ξεχωρίζει δύο από τις πολλές. Εκείνον τον πίθηκο που ανέλαβε κάποτε να μιλήσει σε μια Ακαδημία για την ανθρώπινη κατάσταση εκ μέρους του Κάφκα. Και την περίπτωση έπειτα της Ελίζαμπεθ Κοστέλο, της συγγραφέα που δημιούργησε ο Κουτσί προκειμένου να μιλήσει αντ’ αυτού σε κάποια διάλεξη στην Αμερική.

Η Κοστέλο όμως δεν σταμάτησε εκεί. Προχώρησε να αναλάβει την κατεξοχήν θέση ενός επιτυχημένου συγγραφέα στο πολιτιστικό οικοδόμημα του δυτικού κόσμου: Εγινε με δυο λόγια… ομιλήτρια του έργου της! Οπως συνέβη και με πολλούς άλλους, ο Κουτσί κατάλαβε πως κάποια στιγμή μεταβλήθηκε από δημιουργό σε παρουσιαστή του εαυτού του, σε σημείο που θα μπορούσε να αντικατασταθεί από κάποιο άβαταρ. Αυτή είναι η Κοστέλο, συγγραφέας και η ίδια μυθιστορημάτων και ενός βιβλίου για πουλιά, κυρίως όμως, όπως είπαμε, ομιλήτρια και συμποσιάστρια σε συνέδρια που αφορούν την ίδια. Την καλούν εδώ κι εκεί, σε εκλεκτά Πανεπιστήμια, φόρα και ταξίδια στα οποία μεταξύ τυρού και αχλαδίου εντυπωσιάζει τους συνδαιτυμόνες της με τις σκέψεις περί θεού, ανθρώπου, ζώων κι όλων των ανάμεσών τους.

Φτάνουμε έτσι στο τρίτο επίπεδο, του θεάτρου. Παραδόξως η Κοστέλο αποκτά σταδιακά τη δική της αποσπασματική αλλά και προσωπική «ζωή». Αρχίζει σιγά σιγά να μετατρέπεται από λογοτεχνικό πρόσωπο σε πρόσωπο θεατρικό, πρόσωπο που αναπνέει σε ένα παράλληλο σύμπαν και το οποίο φιλότιμα, όποτε το ζητήσουμε, απαντά στις ερωτήσεις μας. Η Κοστέλο έχει κι αυτή παιδιά, δύο γιους, μια κρυφή ζωή, πολλές ενοχές, επιθυμίες ερωτικές, αντιφάσεις και μυστικά. Και -ναι!- φέρει και η ίδια τελικά πολλά πρόσωπα!

Ας σημειώσω μόνο πως ο ίδιος ο Κουτσί είναι σχεδόν εξαφανισμένος στην παράσταση. Με δύο εξαιρέσεις: τη μάλλον άχαρη παρουσίαση του στην αρχή μπροστά σε μια εκστατική ακαδημαϊκό που ζητά να μάθει από αυτόν για -τι άλλο;- την Κοστέλο. Και ακόμη μία, στο τέλος, όταν εμφανίζεται ανακουφισμένος στο ποδήλατό του για να εκστομίσει τη φράση-κλειδί της παράστασης: «Αυτά τα άλματα [ενν. τα άλματα στον χρόνο με τα οποία οδηγεί την αφήγησή του] δεν ανήκουν στο κείμενο. Ανήκουν στην παράσταση».

Να η φράση που συνδέει συγγραφέα και σκηνοθέτη, αλλά και τον Βαρλικόφσκι με την Κοστέλο (ο σκηνοθέτης έχει αληθινή εμμονή μαζί της αναφέροντας την σε πέντε παραγωγές του!). Αλλωστε υπάρχει και κάποια άλλη ομοιότητα: ο Βαρλικόφσκι ταλανίζεται κι αυτός από βαθιά ερωτήματα θεολογικής και κοσμολογικής εσχατιάς, που αφορούν τον εαυτό και την ύπαρξη, το ποιος είναι και ποια η θέση του στη φύση. Μα εμείς τι ζητούμε από αυτόν στις συνεντεύξεις μας; Τι άλλο; Να παρουσιάσει τον εαυτό του! Ισως ο Βαρλικόφσκι νιώθει κι ο ίδιος εγκλωβισμένος σε ένα σύστημα που μετατρέπει τον δημιουργό σε άβαταρ, εκφωνητή της φωνής των άλλων.

Αυτή η Κοστέλο ανήκει στο θέατρο όμοια όπως στο θέατρο ανήκει ο ίδιος ο επινοητής της. «Κάθε κείμενο είναι αυτοβιογραφία» λέει ο Κουτσί και ο Βαρλικόφσκι σαν να συμπληρώνει τη σκέψη του: μα και κάθε αυτοβιογραφία τι άλλο είναι παρά μια παράσταση; Το πρόσωπο της Κοστέλο του σκηνοθέτη είναι ρευστό, άστατο, ασχημάτιστο ακριβώς γιατί είναι πρωτίστως θεατρικό. Μεταφέρεται στη σκηνή από πέντε διαφορετικούς ηθοποιούς (όλων των φύλων και ηλικιών) και εντάσσεται στον χώρο της ακαδημαϊκής αποστείρωσης αλλά και του τυπικού συμποσίου –με τις τουαλέτες στην άκρη, σύμβολο της ανθρώπινης εσωτερικότητας, να είναι εξίσου ορατές.

Μα η Κοστέλο καταλήγει τελικά κάπου αλλού: κλεισμένη με τον πίθηκο του Κάφκα σε ένα πλεξιγκλάς δωμάτιο, στο διαφανές σφαγείο που η ίδια οραματίστηκε ώστε οι άνθρωποι να διαπιστώνουν εκεί τις φρικαλεότητές τους στα ζώα. Είναι κλεισμένη λοιπόν στο σφαγείο της ανθρωπότητας, συνειδητοποιώντας πως είναι σφάγιο στη μοίρα και τον θάνατο, παραδομένη στη φρίκη που επιβάλλουν οι θεοί. Η Κοστέλο του θεάτρου έγινε πρώτα Ανθρωπος –κι όπως μύρια πρόσωπα πριν από αυτήν εξανθρωπίστηκε στη θυμέλη του. Κι αφού πρώτα στο θέατρο απέκτησε σάρκα εκ της σαρκός του Ανθρώπου και συνάντησε τους θεούς του, φόρεσε μετά τα προσωπεία του και γνώρισε σαν άλλος Φάουστ τα όριά του. Για να δει τι στο τέλος του δρόμου; Τον βωμό της τραγωδίας.

Μίλησα πολύ για μια τετράωρη παράσταση που νομίζω πως θα μπορούσε να αποτελέσει η ίδια θέμα τετράωρης συζήτησης. Στο λίγο που απομένει δεν μπορώ παρά να εκφράσω τον θαυμασμό μου για τη σκηνική υλοποίηση. Για τους ερμηνευτές που, δεν είναι δυνατόν, για να παρουσιάζουν τόσο μεστά και κατασταλαγμένα τους ρόλους τους ασφαλώς θα έχουν εμφυσήσει στην προβληματική τους. Θα σταθώ έπειτα στην επιτέλεση του χώρου από τη σταθερή συνεργάτρια του σκηνοθέτη, Małgorzata Szczęśniak (σκηνικά και κοστούμια), και του δραματουργού Piotr Gruszczyński.

Μα το ζητούμενο είναι τι μπορούμε εμείς να αποκομίσουμε από την παράσταση της Πειραιώς. Νομίζω πως το μέγα μάθημα αφορά την κλίμακα των πραγμάτων. Το θέμα της δημιουργίας, το εύρος του προβληματισμού, τον άνθρωπο και τον κόσμο. Από τα άβαταρ στην Κοστέλο κι από τον Κάφκα στον Κουτσί το θέατρο του Βαρλικόφκσι φανερώνεται σαν το ένα σύμπαν που μπορεί να ενώσει τα επιμέρους.

Και ας ήταν για πολλούς κουραστική η τετράωρη παρακολούθησή του. Χαλάλι του…