ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Νόρα Ράλλη
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ξεκίνησε με σπουδές στα Ρωσικά και τη Φιλολογία, αλλά δεν τον κέρδισε το θέατρο: επέστρεψε ωστόσο σε εκείνο, δίχως φόβο και ενοχές. Ετσι το λέει ο ίδιος και είναι μια φράση που δεν περίμενα ν’ ακούσω έτσι δομημένη, ειδικά από ένα νέο παιδί. Ο Πάνος Κούγιας είναι ηθοποιός (τελείωσε τη Σχολή του Θεάτρου Τέχνης και έκανε σεμινάρια με την Κάτια Γέρου) και «πάνω που ετοιμαζόμουν να πείσω τη μητέρα μου να πουλήσει ένα σπίτι για να σπουδάσω σκηνοθεσία στο ГИТИС (Ρωσική Ακαδημία Θεατρικών Τεχνών)», πέρασε στο Εθνικό Θέατρο -Τμήμα Σκηνοθεσίας-, οπότε και το σπίτι σώθηκε και ο ίδιος τελείωσε τις σπουδές του στην Ελλάδα. Τώρα ανεβάζει μία τελείως διαφορετική «Δεσποινίδα Τζούλια» του Αουγκουστ Στρίντμπεργκ, στο θέατρο «Φούρνος», ιδωμένη μέσα απ’ τον κώδικα της σιωπής: οι τρεις ηθοποιοί επί σκηνής (Μενέλαος Κυπαρίσσης, Δάφνη Σκρουμπέλου, Ματίνα Στάμου) δεν μιλούν. Ακούμε ήχους, ανάσες, γέλια, κραυγές αλλά ούτε μία λέξη. Επίσης, φορούν περίτεχνες μάσκες, δημιουργίες της Ελενας Γκαβέλα, που τους μεταμορφώνουν σε πουλιά. Μόνες λέξεις, ένα κείμενο στα σουηδικά (!) και τα όσα λέει ο ίδιος ο Κούγιας, μεταμορφωμένος σε «Κυρία της Αυλής», στην αρχή του έργου. Γιατί όμως αυτή η (εξαιρετική μεν, ιδιάζουσα δε) σκηνοθετική προσέγγιση;

«Η ολιστική επιλογή του κώδικα της παράστασης, είτε αυτό αφορά τη χρήση μάσκας, είτε τη σιωπηλή φόρμα, είτε τη χρήση πρωτότυπης γλώσσας, είτε το επιπρόσθετο αφηγηματικό πρόσωπο της “Κυρίας της Αυλής” προέκυψε έπειτα από πολλούς μήνες πυκνής και σκληρής -ομολογουμένως- δουλειάς πάνω στη δραματουργία. Εξ αρχής κάτι δεν μου λειτουργούσε ως προς τη σκηνική επαλήθευση της πολύπλευρης θεματολογίας του υπέροχου αυτού κειμένου στο σήμερα. Πώς μιλάς για τον “έρωτα με την πρώτη ματιά”, σε μια εποχή όπου οι περισσότερες σχέσεις προκύπτουν μέσα από εφαρμογές γνωριμιών; Πώς για την “ταξικότητα” μετά την πτώση των υπαρκτών σοσιαλισμών και την παγκόσμια επικράτηση μιας γενικά φυγόπονης νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας; Πώς για ένα πυρηνικό ερωτικό τρίγωνο, στην καρδιά του αιώνα των πολυσυντροφικών σχέσεων; Επιασα λοιπόν τον εαυτό μου να σπαζοκεφαλιάζει και να θέτει ερωτήματα γύρω από την επικαιρικότητα του έργου και πώς αυτό θα μπορούσε να αφορά έναν σύγχρονο θεατή: Η χρήση μάσκας ήταν το “πρώτο” κλειδί σε αυτό, καθώς άμα τη εμφανίσει της η μάσκα συστήνει στον θεατή έναν κόσμο ανοίκειο, όπου όλα είναι δυνατά. Πηγή έμπνευσης της μορφής τους αποτέλεσε η κορυφαία, κατ’ εμέ, σκηνή του έργου, όταν ο Ζαν αποκεφαλίζει το καναρίνι της Τζούλιας, όπου με αυτή του την πράξη σηματοδοτεί την ολική “αρπαγή” της χαράς της οδηγώντας την στην αυτοκτονία. Μια πράξη αποτρόπαιη και βαθιά πατριαρχική, σε κάτι τόσο αθώο. Εμείς πήραμε αυτό το σπουργίτι της Τζούλιας και μελετώντας τα αποδημητικά πουλιά των λιμνών της Σουηδίας φτιάξαμε ένα “πολλαπλό” πτηνόμορφο ον, εντείνοντας με αυτόν τον τρόπο την αξία του κορυφαίου γεγονότος του αποκεφαλισμού αλλά και την ανάγκη αυτών των πλασμάτων για μια Ικάρια πτήση, μια αποδημητική διαφυγή εν μέσω θέρους (σ.σ. όλη η δράση του έργου εκτυλίσσεται τη νύχτα του Μεσοκαλόκαιρου).

Σχετικά με τον κώδικα της σιωπής, θεμέλιος λίθος στάθηκαν οι πρώτοι στίχοι από τον ύμνο της αγάπης του Απ. Παύλου στις Επιστολές του προς Κορινθίους (εάν ταις γλώσσαις των ανθρώπων λαλώ και των αγγέλων, αγάπην δε μη έχω, γέγονα χαλκός ηχών ή κύμβαλον αλαλάζον). Αυτό συμβαίνει και στη δική μας την παράσταση. Τα όντα αυτά αποκτούν “φωνή” μόνο όταν αισθανθούν πως ερωτεύονται και πως αυτό είναι υπαρξιακή τους ανάγκη να επικοινωνηθεί. Οσο για τα σουηδικά, αυτά προέκυψαν ως μια ανάγκη να μείνουμε πιστοί -με όρους δραματουργίας- στον κώδικα της ανοικείωσης. Το θεώρησα δε ως μια εξαιρετική ευκαιρία να ακούσουμε στο πρωτότυπο αυτόν τον βόρειο λαό, με την κάπως βαριά γλώσσα, να συγκινείται, να διερωτάται και να πάσχει. Τέλος, ο δικός μου ρόλος είναι μια υπερβατική κυρία από τον κύκλο της βασιλικής αυλής, η οποία έχοντας λύσει όλα τα βιοποριστικά της προβλήματα, έχει μία και μόνο ασχολία: να κουτσομπολεύει, κάνοντας το ιδιωτικό αυτού του οίκου δημόσιο» μας εξηγεί ο Πάνος Κούγιας.

Το έργο πραγματεύεται την ανάγκη για ανέλιξη μέσω της εξουσίας και τον ίδιο τον έρωτα ως… ως τι; Ως ταξικό χαρακτηριστικό; Ως απελευθέρωση; Μπορούμε να μιλάμε για την αναζήτησή του σήμερα; «Ο έρωτας και η αναζήτησή του δεν ήταν ποτέ, και πιστεύω δεν θα μπορέσει ποτέ να είναι, ανεδαφικός. Σε καμία εποχή. Υπερβατικός ναι, ανεδαφικός όχι. Ισως είναι πιο “θαμπός”, καθώς η εύρεσή του σ’ αυτό το μεγάλο ξεσκαρτάρισμα των καιρών μας χρειάζεται πίστη, συνέπεια και επιμονή. Ισως και πιο “θαμπωμένος”, αφού γοητεύεται από μια σειρά ανουσιότατων πραγμάτων από τα οποία η εποχή μας πάσχει. Η αναζήτησή του θα αποτελεί πάντοτε το “ευ ζην” μας. Ούτε ταξικότητα έχει ο έρωτας. Αν είσαι ερωτευμένος, είσαι. Και αυτό διατρέχει όλη σου την ύπαρξη, αχρηστεύοντας όλων των ειδών τις αντιστάσεις. Αυτό είναι άλλωστε και εκείνο που εκκινεί την Τζούλια να παραδοθεί στον υπηρέτη της, έστω και για τη χαρά μιας νύχτας.

»Οσο για την παράσταση, αυτό που αναδεικνύει στο σήμερα είναι κάτι που θα έρθει να συμπληρώσει ο θεατής μέσα από τη δική του βιογραφία και μέσα από τα δικά του “τοπία”. Από μεριάς μας, πρόθεσή μας είναι να καταφέρει να επαληθευτεί αυτό: Κι αν ο έρωτας είναι τελικά ένα αυτοάνοσο, ακόμα και την πιο οργιαστική και ερωτική νύχτα του σουηδικού ημερολογίου (μεγάλη νύχτα θερινού ηλιοστασίου);».

Πληροφορίες: «Δεσποινίς Τζούλια» στο θέατρο «Φούρνος» (Μαυρομιχάλη 168, Εξάρχεια, τηλ.: 210-6460748). Διάρκεια: 60′. Προπώληση: more.com. Κάθε Πέμπτη, Παρασκευή στις 21.00, έως και 1η Μαρτίου.