Προκαλεί πράγματι εντύπωση πώς ο άνθρωπος που σκηνοθέτησε πέρυσι εκείνον τον «Αρτούρο Ούι» στο θέατρο ΑΡΚ, σκηνοθετεί φέτος αυτόν τον «Προμηθέα» στο Γκλόρια… Για τον Αρη Μπινιάρη φαίνεται πως ισχύουν και τα δύο ταυτόχρονα: την ώρα που δοκιμάζει τον εαυτό του σε μια νέα, εντελώς διακριτή, περιοχή σκηνικής έκφρασης, όπως τον Μπρεχτ, δεν σταματά να επεξεργάζεται, να πειραματίζεται, να βαθαίνει το προσωπικό του ιδίωμα, που έκανε άλλωστε τον ίδιο «διακριτό» στη σύγχρονη σκηνή μας. Ο «Προμηθέας» πρέπει να ιδωθεί αυτόνομα αλλά και ενταγμένος στο πρότζεκτ που αναπτύσσει ο Μπινιάρης στα μικρά θέατρα και στην κατά πρόσωπο συνάντησή του με τους θεατές.
Ας διαλύσω όμως πρώτα κάποιες πιθανές παρεξηγήσεις που σχετίζονται προφανώς με τον τίτλο της παράστασης. Ο «Προμηθέας» στο Γκλόρια ασφαλώς δεν αποτελεί μια ευθεία μεταφορά του ομώνυμου αισχυλικού πρωτότυπου στη σκηνή (αυτό το είχε επιχειρήσει ο Μπινιάρης πριν από λίγα χρόνια στην Επίδαυρο). Από το πρωτότυπο διατηρείται η εξωτερική δραματουργία, το νεύμα στα πρόσωπα και στον μύθο, η δυναμική του κεντρικού χαρακτήρα, που ούτως ή άλλως διατηρείται σε κάθε ανάλογη αναφορά στον μυθικό Τιτάνα. Πάνω σε όλα αυτά όμως ο Μπινιάρης χτίζει ένα δικό του σκηνικό σύμπαν, μια δική του ρητορική και, εν τέλει, μια απολύτως δική του σκηνική συνθήκη. Πρόκειται, με δυο λόγια, για έναν «Προμηθέα» διά χειρός Μπινιάρη, ακόμα κι αν είναι αδύνατον να τον αντικρύσουμε χωρίς να ακούσουμε τον πρώτο εκείνο Προμηθέα να αντηχεί στα σωθικά του.
Αυτός ο «νέος» Προμηθέας, ωστόσο, είναι τόσο αιώνιος όσο και ο μύθος του. Μπορεί να βρίσκεται φυλακισμένος σε μια μετανεωτερική φυλακή, στην οποία η βία και το κράτος ενσωματώνονται στο πρόσωπο του ενός φύλακα με τις χίλιες όψεις των σύγχρονων μέσων της χειραγώγησης, της καθυπόταξης και του σωφρονισμού. Μπορεί ακόμη να λείπουν οι αλυσίδες και να απουσιάζουν οι αναφορές στην προσφορά του Προμηθέα στο ανθρώπινο γένος, που τον έφεραν κάποτε στη θέση του μάρτυρα. Ομως και αυτός ο αόρατος και ρημαγμένος στο λευκό κελί του βασανιστηρίου του Προμηθέας παραμένει το ίδιο επικίνδυνος για την εξουσία. Γιατί μέσα στα βάσανά του, στην εξωτερική αδυναμία του να αντιμετωπίσει τα εξελιγμένα ψυχολογικά μέσα ελέγχου και τιμωρίας, φωλιάζει κάτι που καμιά αρχή δεν μπορεί να αγγίξει. Τι είναι αυτό; Είναι πως (και) αυτός δείχνει όσο εκπίπτει άλλο τόσο να ανεβαίνει στην αξία που αποκτά για το πεπρωμένο του ανθρώπινου είδους.
Το ερειπωμένο σώμα του κρύβει το ίδιο ανυπότακτο πνεύμα. Τόσο δυνατό και επίπονο, μάλιστα, που μπορεί να χρησιμεύσει σαν δείκτης πορείας για τους επόμενους.
Το κείμενο του Μπινιάρη φανερώνει όμως και κάτι άλλο συνάμα. Πως ο δικός του ήρωας βασανίζεται όχι μόνο από την εξουσία αλλά και από τις δικές του αμφιβολίες. Ο Προμηθέας του πρέπει να αντιμετωπίσει έναν απόλυτο δικό του τύραννο που μιλάει με τη γλώσσα της αμφισβήτησης και τραβάει το χαλί στα βήματά του. Είναι ένας ήρωας που έχει αποκοπεί από το κλασικό μα και νεωτερικό του σώμα και μετεωρίζεται τώρα αδέσμευτος μα και αστερέωτος στο μετανεωτερικό σύμπαν της διαρκούς απορίας. Δεν βρίσκεται εδώ ούτε εκείνη η απορία του μάρτυρα, για το αν είναι ικανός να σηκώσει τον σταυρό του μαρτυρίου, ούτε η εξίσου παλιά ερώτηση προς τον μέσα εαυτό, αν αρκεί αυτός, μονάχος, να ξεκινήσει την εξέγερση απέναντι στο καθεστώς. Εδώ ενεδρεύει μια ύπουλη σκέψη: υπάρχει πια το σύστημα των αξιών που στελέχωναν κάποτε κάθε αγώνα για το δίκαιο;
Αυτό το ερώτημα πρέπει να νικήσει ο Προμηθέας πριν αντιπαρατεθεί με το σύστημα που τον καταπιέζει. Και σε αυτό, η είσοδος της «Ιώς» με τη μορφή της τυραννισμένης ύπαρξης που έχει αποδεχτεί τον ρόλο του θύματος θα δράσει καταλυτικά. Απέναντί της ο Προμηθέας θα νιώσει πως αρκεί έστω και η ικμάδα της ελεύθερης σκέψης, το παραμικρό ίχνος του ελεύθερου λόγου για να αρπαχτεί η θέληση και να προχωρήσει. Και βέβαια και τότε ακόμα ο μέσα αγώνας θα είναι μακρύς και δύσκολος, καθώς η αμφιβολία όλο και θα μεγεθύνεται και η θέση του γόνου-θύματος θα συγκρίνεται μοιραία κάποτε με εκείνη τη λαμπερή, καλοβαλμένη εικόνα των πρώην επαναστατημένων γονιών του.
Ο λόγος του Μπινιάρη είναι πυκνός, ίσως μάλιστα σε ορισμένα σημεία υπερβολικά πυκνός για το θέατρο. Και είναι γεμάτος με αναφορές από την εξεγερτική παρακαταθήκη της διεθνούς λογοτεχνίας, αλλά και στίχους του ράπερ Αγνωστος Χειμώνας, ώστε τα πολλά πρόσωπα του Προμηθέα να μιλούν το ένα μέσα στο άλλο. Θα ήταν σίγουρα ευκολότερο για τον θεατή αν το κείμενο παρείχε κάποιες ανάσες, ώστε να χωνέψει τα όσα ακούγονται κατά συρροή. Γιατί στον καταιγισμό και το ισότονο ύφος του τωρινού κειμένου, πολλά μπορούν να χαθούν εξαιτίας της αντιληπτικής υπερφόρτωσης των ακροατών.
Μα το πιο ενδιαφέρον για εμάς στοιχείο της παράστασης του «Προμηθέα» στο Γκλόρια βρίσκονται πιστεύω στο παραστασιακό μέρος της. Εδώ ο Μπινιάρης προχωρά φανερά τα ερευνητικά πεδία που έχει ο ίδιος αναπτύξει παλιότερα. Το πιο σημαντικό ανάμεσα σε αυτά βρίσκεται στην απόπειρά του να ενσωματώσει στον κώδικά του (κώδικας που στηρίζεται στη ρυθμική απαγγελία και θυμίζει, όπως έχω ισχυριστεί παλιότερα, την εργασία του Ροντήρη) μεγαλύτερης σε έκταση και πυκνότερα σε νόημα κείμενα. Ο Μπινιάρης με την εργασία του έχει κατορθώσει μέχρι σήμερα να μεταφέρει από σκηνής φορτία μεγάλης έντασης αλλά μικρής σχετικά έκτασης, προχωρώντας κάποτε μέχρι και στη δραστική περικοπή των κειμένων που θέλει να σκηνοθετήσει. Ομως τώρα δείχνει ότι επιχειρεί να προωθήσει από σκηνής εκτενή κείμενα χωρίς να χάσει την εντατική διάρθρωσή τους. Από μια άποψη, αυτός ο ιδιώτης Προμηθέας θα μπορούσε να γίνει αύριο η εξέδρα απογείωσης ενός απόλυτα σύγχρονου μα και βαθιά ριζικού τραγικού ήρωα του αρχαίου δράματος.
Το ίδιο ενδιαφέρον είναι το σκηνικό περιβάλλον στο οποίο εμβαπτίζεται ο «Προμηθέας» του Γκλόρια. Είναι εξίσου σύγχρονο το σκηνικό του Πάρι Μέξη, προβάλλοντας το μετακινούμενο πρόσωπο της εξουσίας μεταξύ πειθαρχημένου παραλογισμού και ρυθμιστικής κανονικότητας. Και βέβαια εδώ ανήκουν και οι εξαιρετικές μάσκες της Μάρθας Φωκά: δίνουν στα πρόσωπα τη δύναμη ενός ανθρώπινου τοπίου, τη στάση σε έναν χώρο απόγνωσης, απορίας, εσωτερικού διαμελισμού. Η εντατική μουσική του Εμμανουήλ Ροβίθη και η χορογραφία της Εύης Οικονόμου μετακινούν τη σκηνή στα βήματα του καφκικού εφιάλτη.
Και φτάνουμε έτσι στους ηθοποιούς. Στον Προμηθέα του Μιχάλη Βαλάσογλου, που διδάσκει από σκηνής το σώμα της αντίστασης και το πνεύμα της εξέγερσης παίζοντας τον Προμηθέα μπροστά και όχι πίσω από τη μάσκα του. Στη Μαρία Μαντά που προβάλλει τον πανικό του μαρτυρίου της μαζί με τη σωματοποίηση πάνω της τής αδικίας. Στους διπλούς ρόλους του Αυγουστίνου Κούμουλου (Φύλακας και Πατέρας) και της Βάσως Καβαλλιεράτου (Ψυχίατρος και Μητέρα), που δίνουν τις τέσσερις ακμές του τετραγώνου στη φυλακή του Προμηθέα: την εξουσία στα πρόσωπα του κρατικού, γονεϊκού και ψυχολογικού ελέγχου, την εξουσία με το πρόσωπο της κανονικότητας, του κυνισμού και της «επιστήμης».
Ο Μπινιάρης συστήνεται σαν δραματουργός του θεάτρου, λόγος και πράξη του σε μια ενιαία αδιάρρηκτη ενότητα. Το πιο σημαντικό είναι πως μας κάνει κάθε φορά να αδημονούμε για τη συνέχεια.
