ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Γρηγόρης Ιωαννίδης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Στο δυναμικό του ξεκίνημα με πρωτοστάτη τον νέο καλλιτεχνικό του διευθυντή Μιχαήλ Μαρμαρινό, το Φεστιβάλ επιθυμεί να επιβεβαιώσει εκ νέου τον οργανικό δεσμό του με την πόλη και τον παλμό της. Ηδη από τις πρώτες πρεμιέρες, και ειδικότερα με «Το φονικό της Ιζαμπέλας Μόλναρ» της Στεφανίας Γουλιώτη, επιχειρεί να φέρει στη σκηνή ακριβώς αυτό: το αδιόρατο πλέγμα επιθυμιών, βλέμματος και φαντασίας που συνδέει την πόλη με τα έργα που δημιουργεί αλλά και με όσα έργα τη δημιουργούν, χωρίς να το γνωρίζει.

Ενας απλός άνθρωπος χωρίς ιδιαίτερες γνώσεις, χάρισμα ή κάποια φιλοδοξία, τρέφει βαθιά και ανεπιτήδευτη αγάπη για τη γλυπτική τέχνη. Συνηθίζει να επισκέπτεται γι’ αυτό εργαστήρια φίλων γλυπτών, γοητευμένος από τη σχεδόν μυστηριακή διαδικασία με την οποία η μορφή αναδύεται από την άμορφη ύλη στα χέρια τους. Μέχρι τη στιγμή που θα γνωρίσει εκείνη που θεωρεί την πλέον εμπνευσμένη δημιουργό, την Ουγγαρέζα γλύπτρια Ιζαμπέλα Μόλναρ.

Ελευθερία

Ο αφηγητής θα την παρακολουθήσει για καιρό να δημιουργεί με ακαταπόνητο, σχεδόν ένθεο τρόπο, παραμένοντας η ίδια πεισματικά στο περιθώριο της πόλης της. Η Μόλναρ μοιάζει να αντλεί τη δύναμή της ακριβώς από αυτήν την ελευθερία. Κι όταν κάποια στιγμή επιλέξει να εισέλθει σε έναν μάλλον συμβατικό γάμο, η απόφασή της θα αποδειχθεί μοιραία. Στα μάτια του αφηγητή η δημιουργική πνοή που άλλοτε διαπερνούσε τα έργα της αρχίζει να εξασθενεί, σαν η καλλιτέχνιδα να αποκόπηκε βίαια από την πηγή της.

Ο άλλοτε αφοσιωμένος θαυμαστής της λοιπόν θα μετατραπεί πάραυτα στον αυστηρότερο κριτή της. Η σιωπή του μπροστά στα νέα της έργα αρκεί. Η Μόλναρ θα αντιληφθεί αμέσως το νόημά της και θα οδηγηθεί σε κατάσταση ψυχικής κατάρρευσης. Θα καταστρέψει τα γλυπτά της, θα δολοφονήσει τον σύζυγό της και θα καταλήξει στο φρενοκομείο της πόλης, εξόριστη πλέον από τον κόσμο της ζωής, αλλά και της τέχνης.

Εκεί θα δημιουργήσει τα τελευταία έργα της, τα οποία ωστόσο κανείς δεν θα δει. Κανείς δεν θα τα αναγνωρίσει – και κανένα από αυτά δεν θα διασωθεί. Μετά τον θάνατό της μόνο η βροχή θα διαλύσει τα εύθραυστα προπλάσματα, αφήνοντας πίσω φαντάσματα μορφών που δεν πρόλαβαν να ολοκληρωθούν, ίχνη μιας αόρατης γεωμετρίας,. Η ύλη επιστρέφει στο χάος από το οποίο είχε κάποτε αναδυθεί, αφήνοντας έναν σταυρό σαν μοναδικό τεκμήριο της εσωτερικής δομής της.

Γιατί στα έργα της της Μόλναρ ο αφηγητής μας βλέπει να πραγματώνεται ο ουσιωδέστερος λόγος της τέχνης: η «γεωμέτρηση του χάους». Εκείνο που τον συγκλονίζει περισσότερο δεν είναι το ίδιο το έργο, όσο η αινιγματική πηγή από την οποία αυτό αναβλύζει. Διαισθάνεται ότι η τέχνη γεννιέται σε χώρο προγενέστερο της γνώσης και του λόγου, σε μια περιοχή όπου το ένστικτο, η έμπνευση και η ποίηση παραμένουν αδιαίρετα.

Επιμένω σε αυτό, γιατί το κείμενο δεν σκιαγραφεί μόνο τη δημιουργό· εξ αντανακλάσεως φιλοτεχνεί και το πορτρέτο του αφηγητή της. Ο τελευταίος ενσαρκώνει τον ιδανικό θεατή, τον απαλλαγμένο από κάθε διανοουμενίστικη επίδειξη ή θεωρητική αυταρέσκεια, έτοιμο να προσεγγίσει το έργο με αθωότητα, αφοσίωση και σχεδόν ασκητική διάθεση αυτοκατάργησης. Κι ας υποτιμά ο ίδιος τον εαυτό του· αυτόν φαντασιώνονται οι καλλιτέχνες όταν αναλογίζονται τους αποδέκτες του δημιουργικού τους οίστρου. Ας τον βγάλουμε λοιπόν για λίγο από τη ρομαντική του ασυλία. Γιατί σε αυτόν βρίσκεται εκείνος που μπορεί να επιβεβαιώσει την εσωτερική αμφισβήτηση της καλλιτέχνιδος και μόνο μέσα από τη σιωπή ή στο χαμηλωμένο του βλέμμα… Που τη θέλει ερημήτρια, υπηρέτρια της τέχνης, κατάλληλη να εκπληρώνει στο απόλυτο τις προσδοκίες της ρομαντικής του εκκεντρικότητας. Και βέβαια εκείνος που επιθυμεί να συνδέεται η πνευματικότητα δημιουργήματος με την προσωπικότητα του δημιουργού, ώστε το ιδανικό της τέχνης να υπηρετείται από έναν ομοίως εξιδανικευμένο καλλιτέχνη.

Ενστικτο

Νομίζω πως η παράσταση της Στεφανίας Γουλιώτη, με την ίδια στον ρόλο της Μόλναρ και τον Φώτη Στρατηγό ως αφηγητή, είναι μια παράσταση που μεταφέρει στο πεδίο της ζωντανής τέχνης -πέρα από τα αναμενόμενα για το συγκεκριμένο διήγημα θέματα περί σχέσης τέχνης και καλλιτέχνη- τον παραπάνω πυρήνα του διηγήματος. Την τυραννία του βλέμματος, τον εκβιασμό της αποδοχής και τον θεατή-δικτάτορα. Την εκβιαστική συσχέτιση καλλιτέχνη και δημιουργήματος. Μαζί με τη σήμανση ενός κόσμου που δεν πορεύεται με οδοδείκτες, αλλά με το ένστικτο και την αφή, με την άφατη ποίηση και το σώμα του μαρτυρίου. Ενα τέτοιο θέατρο ποιητικής του θεάτρου επιτελεί η Γουλιώτη, και το επιτελεί, ως οφείλει, «ολιστικά». Η τρίτη διάσταση συναντάει εδώ τον άξονα της αφήγησης σε έναν χώρο που μοιραία χάνεται, σβήνει με τον χρόνο, αφήνεται μόνο σε ό,τι το δικό μας βλέμμα συγκρατεί ή η μνήμη μας διασώζει.

Η σκηνοθεσία της είναι έντονη, πυκνή και διαυγής. Κι έχει σπουδαίο τέλος: τα αγάλματα θρυμματίζονται μπροστά μας από τη δημιουργό τους με ένα σφυρί… Μια φράση στο διήγημα του Χατζή γίνεται αντι-ποίηση, θεατρική εγκατάσταση που μιλάει για την αδυναμία της τέχνης να χωρέσει τις ανθρώπινες διαστάσεις. Ή το αντίθετο.

Αξίζει να μνημονεύσουμε χωριστά τους συντελεστές του ολικού αυτού έργου τέχνης. Τα ομιλούντα σκηνικά της Φιλάνθης Μπουγάτσου και τα κοστούμια της Νίκης Ψυχογιού, τη μουσική σύνθεση του Γιώργου Πούλιου, τη θαυμάσια κίνηση της Αντωνίας Οικονόμου, τον συμπαγή φωτισμό του Σάκη Μπιρμπίλη και τον σχεδιασμό του ηχητικού πεδίου από τον Ηλία Φλάμμο. Και βέβαια τη μετοίκηση της γλυπτικής τέχνης της Ισμήνης Τσοφίδου στον ρέοντα και παρόντα χρόνο της παράστασης.