Το έργο «Ο γίγαντας» (αρχικός τίτλος «Ο αυτόχειρας») γράφτηκε από τον Νικολάι Έρντμαν το 1928, έντεκα χρόνια μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση και στην αρχή της σταλινικής περιόδου. Ήταν το δεύτερο και τελευταίο θεατρικό έργο του, καθώς απαγορεύτηκε από το καθεστώς και ο ίδιος εξορίστηκε. Γιατί; Γιατί «ενοχλούσε». Τώρα, σχεδόν 100 χρόνια μετά, ο Αλέξανδρος Νικόλαος Μπαλαμώτης έκανε τη διασκευή και τη σκηνοθεσία και το έργο ανεβαίνει ως συνεργασία ΔΗΠΕΘΕ Ρούμελης και Βόλου, με τον Αντώνη Κυριακάκη στον πρωταγωνιστικό ρόλο του Σεμιόν: είναι άνεργος, εξαρτημένος οικονομικά από τη γυναίκα του και παγιδευμένος σε μια καθημερινότητα χωρίς προοπτική. Όταν, εξαιτίας μιας παρεξήγησης, οι γύρω του πιστεύουν ότι σκοπεύει να αυτοκτονήσει, η ασημαντότητά του μετατρέπεται ξαφνικά σε περιζήτητο κοινωνικό κεφάλαιο. Τι σημαίνουν όλα αυτά για το σήμερα συζητάμε μαζί με τον πρωταγωνιστή του έργου.
Η παράσταση μιλά για το πολιτικό και κοινωνικό κόστος τού να παραμένει κανείς ένας «κυρ Παντελής». Είναι όμως ο Σεμιόν ένας άνθρωπος που συμβιβάστηκε ή κάποιος τον οποίο η ανεργία, η φτώχεια και η καθημερινή απαξίωση εκπαίδευσαν να μη διεκδικεί τίποτα; Πού τοποθετείται η δική του ευθύνη;
Ξεκινάτε με μια πάρα πολύ αιχμηρή ερώτηση καθώς πάνω εκεί είναι και ο δικός μας πραγματισμός. Ποιο είναι το όριο στο οποίο μπορεί κάποιος να πει «έχω τα προβλήματά μου, έχω τη ζωή μου, έχω τις δυσκολίες μου, χρειάζομαι χρόνο και χώρο για τον εαυτό μου και την οικογένειά μου» και πού ξεκινάει η ευθύνη που έχουμε όλοι απέναντι στην κοινωνία; Η ευθύνη ως ενεργός πολίτης. Τον Σεμιόν Σεμιόνοβιτς η κοινωνία τον εκπαιδεύει, όπως και όλους μας, στο να μη διεκδικεί τίποτα. Διότι πείθεται σταδιακά ότι δεν δικαιούται και τίποτα. Έχει αρκετά ελαφρυντικά, όπως και όλοι μας, έως ένα σημείο. Έρχεται όμως εκείνη η καθοριστική στιγμή που συνειδητοποιούμε ότι η ζωή βρίσκεται πλέον στα δικά μας χέρια. Εκεί ακριβώς κρίνονται όλα: Πώς θα το διαχειριστούμε; Θα παραδοθούμε αμαχητί ή θα παλέψουμε, ακόμα κι αν ξέρουμε ότι μπορεί να χάσουμε;… «Κι ας μη νικήσουμε ποτέ, θα πολεμάμε πάντα», έλεγε ο Βασίλης Μάγγος! Υπάρχει και αυτός ο τρόπος ζωής.
Τι είναι αυτό που «ενοχλεί» στο έργο; Σήμερα αλλά και τότε, καθώς είχε απαγορευθεί από το σταλινικό καθεστώς.
Κατ’ αρχάς, δεν μπορούμε να εξετάζουμε την Ιστορία και γεγονότα πριν από 100 χρόνια με σημερινά δεδομένα. Κάτι τέτοιο θα ήταν ιστορικά αναχρονιστικό. Θεωρώ πως αυτό που ενοχλούσε τότε και απαγορεύτηκε από το σταλινικό καθεστώς ήταν ο καυτηριασμός των παθογενειών του σοβιετικού συστήματος. Γι’ αυτό και το έργο λογοκρίθηκε ενώ ο συγγραφέας εξορίστηκε. Σήμερα το έργο του δεν περνάει από το ίδιο μαρτύριο, αλλά αυτό που το κρατάει επίκαιρο είναι η πλήρης απομυθοποίηση των μεγάλων ιδανικών. Το έργο είναι ένας καθρέφτης της κοινωνίας μας. Θα δούμε πώς εργαλειοποιείται η τραγωδία κάποιου ανθρώπου, πώς ανθίζει η ματαιοδοξία πολλών πάνω στην καταστροφή άλλων και πόσο ένας «γίγαντας» μπορεί να γίνει «νάνος» και το αντίστροφο με ένα απλό post στα social media.
Ο Έρντμαν χρησιμοποιεί τη φάρσα για να μιλήσει για την απελπισία, την αυτοκτονία και την πολιτική καταπίεση. Πού βρίσκεται για εσάς το όριο ανάμεσα στο απελευθερωτικό γέλιο και στο γέλιο που ταπεινώνει ακόμη περισσότερο έναν ήδη συντετριμμένο άνθρωπο, σε αυτή τη φτηνή σάτιρα που βλέπουμε πολύ συχνά;
Τώρα με ρωτάτε ακριβώς αυτό που ήθελα να πω: όλα όσα συζητάμε είναι αρκετά βαριά, πολυσύνθετα και δύσκολα να τα επικοινωνήσει κανείς. Αυτός ο συγγραφέας όμως έχει βρει την ιδανική ισορροπία για να μας το μεταφέρει. Σαν το βαμβάκι με το οινόπνευμα πριν από την ένεση, ο Νικολάι Έρντμαν έχει γράψει μια καταιγιστική φάρσα, σε έναν πολύ υψηλό και γρήγορο ρυθμό, με τις παρεξηγήσεις να γίνονται η μία πίσω από την άλλη. Με το αληθινό χιούμορ του δημιουργεί το ιδανικό πλαίσιο για να κάνει ανενόχλητος «την ένεσή του»! Κλειδί για να πετύχουμε αυτό που ρωτάτε είναι να μη δούμε την παράσταση ως μια κωμωδία με εύκολο γέλιο, αλλά να την αντιμετωπίσουμε όπως την έχει γράψει. Δηλαδή σαν να τίθεται για τους ήρωες ζήτημα ζωής ή θανάτου. Μην ξεχνάμε, ο πρωτότυπος τίτλος του έργου είναι «Ο αυτόχειρας».
Το έργο απαγορεύτηκε επειδή μια εξουσία φοβήθηκε τη γελοιότητα με την οποία παρουσιαζόταν. Σήμερα, όμως, η εξουσία δεν χρειάζεται πάντοτε να απαγορεύσει την κριτική· μπορεί απλώς να την απορροφήσει, να τη μετατρέψει σε θέαμα και να συνεχίσει αλώβητη. Μπορεί ακόμη η πολιτική σάτιρα να γίνει πραγματικά επικίνδυνη ή έχει καταντήσει ένα ακίνδυνο διάλειμμα εκτόνωσης;
Η απάντηση είναι ναι! Μπορεί! Απλά χρειάζεται και ο δέκτης της σάτιρας να είναι σε θέση να την απορροφήσει. Βρισκόμαστε σε ένα επικοινωνιακό χάος και τα φίλτρα που έχουμε βάλει όλοι μας για να προστατευτούμε είναι πάρα πολλά. Χρειαζόμαστε δέκτες που να είναι διατεθειμένοι να ενοχληθούν, να ξεβολευτούν και να κοιτάξουν πέρα από την επιφάνεια του αστείου.
info: Σήμερα Παρασκευή 17/7, στις 21.15, στο Θέατρο Αλσους Ηλιούπολης «Δημήτρης Κιντής». Εισιτήρια: ticketservices.gr. Με τους: Α. Κυριακάκη, Μ. Καρματζόγλου, Ε. Φαναριώτη, Γρ. Γαλάτη, Γρ. Οικονομάκη, Θ. Καφενταράκη.
