ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Νόρα Ράλλη
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Θα μπορούσε κάποιος να τη δει ως μια συντεχνιακή επιστολή διαμαρτυρίας. Ωστόσο, η επιστολή των Ελλήνων θεατρικών συγγραφέων προς το Εθνικό Θέατρο, με αφορμή την ανακοίνωση του πρoγράμματος για το έτος 2026-2027, δεν ανήκει σε αυτή την κατηγορία. Κάποιοι υποστηρίζουν πως αποκαλύπτει ένα θεσμικό κενό, άλλοι πως θα έπρεπε να είναι ακόμα πιο έντονη, καθώς τα κρατικά χρήματα δεν είναι δυνατόν να μοιράζονται μόνο σε λίγους, συνήθως τους ίδιους και τους ίδιους ή με μικρές διαφοροποιήσεις, το σίγουρο (κατ’ εμάς έστω) είναι πως το να ανοίξει ένας διάλογος ποτέ δεν έβλαψε κανέναν. Αλίμονο αν βρισκόμαστε σε εποχές όπου αν έκανες δημόσια κριτική σε έναν θεσμό ή θεσμικό παράγοντα, έμπαινες απευθείας στη «μαύρη λίστα»… φυσικά αστειευόμαστε. Ναι, υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να ισχύει αυτό, ωστόσο δεν νομίζουμε πως μπορεί να συμβαίνει σε αυτό το Εθνικό υπό τη συγκεκριμένη καλλιτεχνική διεύθυνση. Θα ήταν τουλάχιστον άτοπο και σίγουρα διόλου δημοκρατικό. Οπότε το να υπάρχει μία επιστολή, υπογεγραμμένη από 50 Έλληνες και Ελληνίδες θεατρικούς συγγραφείς προς το Εθνικό, που να επισημαίνει πως υπάρχει πολύς χώρος στον θεατρικό προγραμματισμό για περισσότερη σύγχρονη ελληνόφωνη θεατρική γραφή, καθώς και συστηματική παραγωγή ολοκληρωμένων έργων, αναθέσεις και όχι απλώς παράπλευρες δράσεις ή εργαστηριακές διαδικασίες, αυτό μόνο ως θετικό μπορεί να αναδειχθεί. Ως ένας διάλογος που ανοίγει, ως μια κριτική που έχει ως σκοπό όχι την κατηγόρια, αλλά το να αναδείξει πως «η ανάπτυξη της ελληνικής και κυρίως νεοελληνικής δραματουργίας», αν δεν γίνει από το Εθνικό Θέατρο (όπως αναφέρεται και στο καταστατικό του), από πού θα γίνει; Από τις ομάδες που δημιουργούν με τα ίδια μέσα ή με τα ψίχουλα των επιχορηγήσεων του ΥΠΠΟ;

Το Εθνικό Θέατρο δεν έχει απαντήσει επί του συγκεκριμένου, ωστόσο σύμφωνα με το ρεπορτάζ μας υποστηρίζεται πως αφενός δεν έχει ανακοινωθεί όλο το πρόγραμμα, καθώς θα υπάρξουν και νέες ανακοινώσεις το Σεπτέμβρη (σ.σ. κάτι που πράγματι είχε πει η Αργυρώ Χιώτη στην παρουσίαση του προγράμματος) και αφετέρου ήδη έχουν υπάρξει πολλές παραγωγές νεοελληνικού έργου στον προγραμματισμό: «Δεσποινίς διευθυντής» των Πρετεντέρη – Γιαλαμά, «Η φόνισσα» του Παπαδιαμάντη, «Ρομπέν στην καρδιά του δάσους» του Δημήτρη Κουρούμπαλη, «Μπανάλ, μια μέρα που δεν έγινε τίποτα» (χοροθέατρο από τη Χαρά Κότσαλη), όσα συμβούν στην Πειραματική Σκηνή, δεύτερη ανάθεση στην Κατερίνα Λούβαρη-Φασόη, καθώς και τα «Σαλόνια Γλώσσας», που συνεχίζονται για δεύτερη χρονιά, προσκαλώντας το κοινό να έρθει σε άμεση επαφή με έργα Ελλήνων/ίδων συγγραφέων που βρίσκονται υπό διαμόρφωση, σε πρωτότυπες σκηνικές παρουσιάσεις και ανοιχτές συζητήσεις.

Η αλήθεια είναι πως, ενώ το νεοελληνικό έργο στο ελεύθερο θέατρο φαίνεται να το επιλέγουν οι θεατές, στο Εθνικό ή δεν είναι και τόσο σύγχρονο ή είναι στην παιδική/εφηβική σκηνή ή στην πειραματική, κι εκεί με προϋποθέσεις που έχουν τεθεί από πριν. Ωστόσο, ξαναλέμε, η επιστολή των συγγραφέων είναι ένα βήμα διαλόγου, αν μη τι άλλο. Εμείς πάντως συνομιλήσαμε με κάποιους που υπέγραψαν την εν λόγω επιστολή (ολόκληρη στο efsyn.gr):

«Αν δεν εντοπίσει έργα το Εθνικό, ποιος θα τα βρει;»

Εθνικό Θέατρο: Μια επιστολή άνοιξε τον «διάλογο» – Τι λένε στην «Εφ.Συν.» θεατρικοί συγγραφείς
Ο Γιώργος Παλούμπης

Γιώργος Παλουμπής: «Πράγματι δεν πριμοδοτείται, με έναν τρόπο, η ελληνική συγγραφή από το Εθνικό μας Θέατρο. Θα έπρεπε να υπάρχει κάτι πολύ πιο ξεκάθαρα πριμοδοτικό για το ελληνικό κείμενο. Θα έπρεπε ίσως να υπάρχει μία παράσταση κάθε χρόνο τουλάχιστον, σε μεγάλη σκηνή εννοώ, όχι μόνο κάτι πειραματικό. Κατανοώ ότι είναι δύσκολο, αλλά πρέπει να υπάρξει ένας τρόπος να μελετηθεί λίγο το ζήτημα της σύγχρονης ελληνικής γραφής. Ανθρωποι να κάτσουν να ψάξουν τη σύγχρονη θεατρική παραγωγή ως προς τη συγγραφή, να βρουν τα έργα, να κάνουν κάποιους διαγωνισμούς, να τα διαβάσουν πραγματικά και να ξεχωρίζουν ποια είναι αυτά που αξίζει να παρουσιαστούν. Δεν μπορεί να μην υπάρχουν. Είναι πολλά που γράφονται. Πρέπει να υπάρχουν καλά πράγματα. Αν δεν τα βρει το Εθνικό Θέατρο, ποιος θα τα βρει;». Όσον αφορά αυτό που θέλουν να κάνουν στην Πειραματική, με το ανοιχτό κάλεσμα για δύο συγγραφείς, ισχύει το ίδιο: αν υπήρχε πραγματική αναζήτηση του σύγχρονου ελληνικού έργου από το Εθνικό Θέατρο, και υπήρχε και στην Πειραματική μια κατεύθυνση όπου φτιάχνουμε ένα σχήμα, με ηθοποιούς, σκηνοθέτες και συγγραφείς να συνεργάζονται από την αρχή για να φτιάξουν κάτι νέο, αυτό το καταλαβαίνω. Εννοώ, δίχως να υπάρχει θεματική από την αρχή. Αυτό που ακούω τώρα, πως καλούν συγγραφείς για διαγωνισμό με συγκεκριμένη θεματική, δεν το βρίσκω μεν τελείως λάθος, αλλά θα πρέπει να υπάρχει πρώτα το άλλο, για να προχωρήσουμε σε κάτι πιο ειδικό. Ότι ο συγγραφέας μπορεί να χρησιμοποιηθεί και ως συνεργάτης σε μια ομάδα, που όλοι μαζί υπηρετούμε ένα θέμα, δεν είναι απαραίτητα κακό. Αλλά αν είναι μόνο αυτό, δεν υπάρχει πραγματική πριμοδότηση στην ελληνική συγγραφή».

«Δεν καταλαβαίνω τα κριτήρια…»

Εθνικό Θέατρο: Μια επιστολή άνοιξε τον «διάλογο» – Τι λένε στην «Εφ.Συν.» θεατρικοί συγγραφείς
Ο Θανάσης Τριαρίδης

Θανάσης Τριαρίδης: «Εγώ γενικά είμαι εναντίον του Εθνικού, όσο το Εθνικό είναι ενεργούμενο μιας πολιτικής που μοιράζει τα λεφτά χωρίς κανέναν κανόνα, τα κρατικά λεφτά πρέπει να τα έχουμε όλοι. Εξηγούμαι: υπάρχουν σήμερα στο ελληνικό θέατρο λεφτά του κράτους, των φορολογούμενων πολιτών. Αυτά τα δίνει το Εθνικό, το κρατικό, το Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου, οι επιχορηγήσεις του ΥΠΠΟ, το “Όλη Ελλάδα ένας πολιτισμός” και εν μέρει τα ΔΗΠΕΘΕ. Αυτά εδώ τα λεφτά δίνονται από το κράτος στο θέατρο.»

Δεν μπορώ να καταλάβω με ποια κριτήρια δίνουν στον Τριαρίδη για να ανέβει με την παράστασή του και δεν δίνουν στη Ράλλη. Προφανώς τα κριτήρια είναι υποκειμενικά, λοιπόν, αλλά η ιστορία έχει δείξει πως κάποιοι σκηνοθέτες είναι οι προνομιούχοι, κάποιοι συγγραφείς είναι οι προνομιούχοι κ.λπ. Εγώ σε όλο αυτό στέκομαι απέναντι. Δεν μπορεί ένας να πάρει δέκα δουλειές και άλλοι καμία. Οπότε, επετηρίδα, αυστηρή επετηρίδα. Επειδή όντως τα κριτήρια είναι υποκειμενικά. Δηλαδή, δεν θα ξαναπάρει κάποιος που ήδη έργο του έχει παίξει στο Εθνικό, αν δεν περάσουν και άλλοι από αυτό το πόστο. Ξέρουμε πολύ καλά ότι υπάρχουν σκηνοθέτες που έχουν κάθε χρόνο μία κρατική παραγωγή. Δεν το δικαιούνται, όχι γιατί δεν είναι καλοί, γιατί το καλός-κακός είναι υποκειμενικό. Μόνο μέσα από ένα αξιοκρατικό καθεστώς μπορεί να πάει και, επειδή η αξιοκρατία μέσα σε υποκειμενικές κρίσεις είναι ένα θέμα, βλέπεις ποιοι έχουν πάρει χρήματα και δεν ξαναδίνεις εκεί. Εννοώ, μέσω του Εθνικού. Γιατί έχουμε φτάσει στο σημείο, καλλιτέχνες να ζουν σχεδόν αποκλειστικά από τον κρατικό κορβανά. Και όποτε δεν παίρνουν κρατικά λεφτά, παίρνουν από τη Στέγη. Είναι σωστό αυτό; Εγώ αυτό λέω: να μάθουμε στους νεότερους ότι είναι τιμή να μην παίρνουν κρατικά λεφτά, είναι τιμή να είναι αποκλεισμένοι από το Εθνικό, είναι τιμή να είναι αποκλεισμένοι από το φεστιβάλ Αθηνών. Το να ζητήσει το έργο σου μία μικρή ομάδα στον Ασπρόπυργο επειδή το διάβασε και της άρεσε είναι πολύ σπουδαιότερο από τα παραπάνω.»

Αυτά που λέω πάει πέρα από την επιστολή για την οποία μιλάμε και εκεί διαμαρτυρόμαστε γιατί στο Εθνικό υποτίμησαν την ελληνόφωνη, σύγχρονη δραματουργία. Και έχουν δίκιο: μιλάμε για το θέατρο του Τσέχοφ, του Μπέκετ, του Ευγένιου Ο’Νιλ. Θυμάσαι ποιος σκηνοθέτης ανέβασε το «Πένθος ταιριάζει στην Ηλέκτρα»; Όχι. Θυμάσαι όμως τον Ευγένιο Ο’Νιλ. Από πού και ως πού αλλάξαμε όλο το καθεστώς του θεάτρου, που πλέον ο παράγων είναι ο σκηνοθέτης και μόνο; Ξαναλέω λοιπόν: ο συγγραφέας πρέπει να ορίζει ο ίδιος το θέμα του και οι κρατικοί θεσμοί πρέπει να μοιράζουν τα κρατικά χρήματα αναλογικά. Και σε αυτόν που είναι κακομούτσουνος, και σε αυτόν που δεν έχει άκρες, και σε αυτόν που δεν σου φαίνεται τόσο γοητευτικός».

«Απαιτείται μελέτη»

Εθνικό Θέατρο: Μια επιστολή άνοιξε τον «διάλογο» – Τι λένε στην «Εφ.Συν.» θεατρικοί συγγραφείς
Η Κατερίνα Λουκίδου

Κατερίνα Λουκίδου: «Το ζήτημα της στήριξης και προώθησης του σύγχρονου ελληνικού έργου είναι πολυπαραγοντικό και απαιτεί μελέτη και μακροπρόθεσμο σχεδιασμό. Υπερβαίνει κατά πολύ το περιεχόμενο του προγράμματος του Εθνικού Θεάτρου, το οποίο στάθηκε η αφορμή για τη διατύπωση μιας ανάγκης που δεν είναι ούτε νέα, ούτε άγνωστη. Στην πραγματικότητα αφορά όλες τις κρατικές σκηνές, τα ΔΗΠΕΘΕ και το σύστημα των χρηματοδοτήσεων και επιχορηγήσεων των θεατρικών ομάδων ή σκηνών. »Αυτό που συνέβη με την ανοιχτή επιστολή είναι ότι άνοιξε ένας διάλογος από όλες τις πλευρές, τους/τις συγγραφείς μεμονωμένα, την Εταιρεία Συγγραφέων ως θεσμικό φορέα εκπροσώπησής τους, τους φορείς και τους ανθρώπους του θεάτρου που προσυπογράφουν την επιστολή και αυτή η συμπόρευση τυπικών και άτυπων συλλογικοτήτων είναι πλούτος και δύναμη για τον κλάδο. Το Εθνικό Θέατρο θα έχανε μια μεγάλη ευκαιρία εάν δεν ενθάρρυνε όλη αυτή τη συζήτηση. Η ανταπόκρισή του ως συνομιλητή στη συγκεκριμένη επιστολή, με τη διαβεβαίωση για τη συμπερίληψη στο πρόγραμμα νέων ελληνικών έργων το επόμενο διάστημα, είναι ενδεικτική των καλών προθέσεων. Αυτό που απομένει είναι να αποτυπωθούν αυτές οι προθέσεις με συγκεκριμένες δράσεις, χρονοδιάγραμμα, δείκτες και προϋπολογισμό, να χαραχθεί ένα Σχέδιο Δράσης για τη στήριξη και την προώθηση του σύγχρονου ελληνικού θεατρικού έργου, τόσο από το Εθνικό Θέατρο όσο και από το ίδιο το υπουργείο Πολιτισμού. Πιστεύω ότι μια τέτοια εξέλιξη θα δικαίωνε όλα τα μέρη, τα οποία βρίσκονται άλλωστε στην ίδια πλευρά».