Πόσο σύγχρονος είναι ο Πλάτωνας; Μια σωστή απάντηση θα ήταν πως δεν υπήρξε ποτέ κάτι άλλο από «σύγχρονος». Εκείνο που στ’ αλήθεια πάλιωσε δεν είναι η δική του επικαιρότητα, όσο εκείνων που τον αναγνώρισαν κάποτε σαν οδηγό ή συνοδοιπόρο.
Εικονίζουμε τους αρχαίους φιλοσόφους ενδεδυμένος με την εσθήτα της υστεροφημίας, κυρίως με όσα η δυτική σκέψη τούς προσέδωσε στους αιώνες που ακολούθησαν, ώστε να τους προσαρμόσει στα δικά της ιδεώδη. Ο Πλάτων, ειδικά, οφείλει να φέρει το είδωλο της ρωμαλέας και γεμάτης αυτοπεποίθηση σκέψης που οικοδόμησε το νεότερο ευρωπαϊκό πνεύμα, όμοια όπως η Καθολική Εκκλησία ζήτησε από έναν ακλόνητο Πέτρο να βρίσκεται στα θεμέλιά της.
Ενας «απογοητευμένος» Πλάτωνας, αντίθετα, μοιάζει να εντάσσεται σε ένα είδος απόκρυφου Ευαγγελίου της δυτικής φιλοσοφίας. Κι όμως αυτό είναι το πρόσωπο που αναδύεται από την περίφημη «Ζ΄ Επιστολή», που κατά πάσα πιθανότητα ο ίδιος έγραψε στο γέρμα της ζωής του, σε πρώτο και ανυπόκριτο πρόσωπο προς κάποιους φίλους του στη Μεγάλη Ελλάδα.
Είναι πράγματι περίεργη η Επιστολή αυτή, κι όχι μόνο γιατί μιλάει ο ίδιος ο φιλόσοφος σε ιδιοπρόσωπη γραφή. Είναι κυρίως που ξεκινάει να αφηγηθεί κάτι συγκεκριμένο (την τριπλή εξόρμησή του στις Συρακούσες, προς επίρρωση φιλοδοξιών περί εγκαθίδρυσης ενός πολιτεύματος ικανού να υπερβεί σε δικαιοσύνη όλα τα προηγούμενα), κι ωστόσο καταλήγει σε κάτι άλλο, αρκετά διαφορετικό: στην εξομολόγηση ενός πνεύματος τόσο μεγάλου ώστε να μη χωράει στις δικές του και στις μέρες που θα έρθουν. Στην κατάθεση ενός ιδαλγού, με οράματα και αίσθημα καθήκοντος προς την ανθρωπότητα, μα αποτυχημένου πραγματιστή στις επιδιώξεις. Κι ακόμα, στον απολογισμό ενός στοχαστή που βλέπει πως τα διδάγματά του, η ίδια η μαρτυρία του, δεν πρόκειται να γίνουν εύκολα αντικείμενο ουσιώδους μελέτης και ότι μετά το πέρας της ζωή του θα μετατραπούν μοιραία σε δόγμα ή σε μέσον (πνευματικής, και όχι μόνο) επιβολής.
Η «Ζ΄ Επιστολή» είναι μεταξύ άλλων γνωστή στους σχετικούς κύκλους γιατί φέρει καταμεσής της τη «φιλοσοφική παρέκβαση», όπου ο φιλόσοφος σταματά για λίγο την αφήγησή του για να θυμίσει βασικές θέσεις σχετικά με την οντολογία και τη γνωσιολογία του. Είναι αυτό κατά κάποιον τρόπο ένα σύντομο, πυκνό και μάλιστα από πρώτο χέρι μάθημα φιλοσοφίας, που καταλήγει αλίμονο σε κάτι που ο δυτικός τρόπος θα αδυνατεί να κατανοήσει στη συνέχεια: πως δεν υπάρχει καθαρή γνώση χωρίς «φιλοσοφική ζωή», χωρίς ηθική και πνευματική αποστολή και χωρίς μια (ανατολικού χαρακτήρα) ενόραση του τελικού της στόχου. Και πως για να είναι ακέραιο το όποιο μήνυμα της διδασκαλίας, οφείλει να περιέχει το παράδειγμα, τη ζωντανή μαρτυρία και τη διαπροσωπική επαφή.
Ισως γι’ αυτό ο Αλέξανδρος Μιστριώτης δεν ανεβάζει την «Επιστολή» για αυτή την ίδια, αλλά για τον συντάκτη της. Τον ενδιαφέρει ο «όποιος Πλάτων» μιλάει πίσω από αυτήν. Διαγιγνώσκει ασφαλώς το κλίμα της διάχυτης απογοήτευσης που διαρρέει το κείμενο, καθώς και την απουσία σε αυτό της θεατρικότητας που υπάρχει στους γνωστούς πλατωνικούς διαλόγους. Μα ό,τι ορίζει αυτή τη φορά την αληθινή δραματικότητα δεν βρίσκεται στο τι λέει η «Επιστολή», αλλά σε ό,τι κρύβει. Στην ανάγκη του φιλόσοφου να παραδώσει στους επόμενους τα λάθη και τις απογοητεύσεις του· στην πικρή γνώση μιας ανθρωπότητας που αδυνατεί να ξυπνήσει από τον λήθαργο· τέλος, σε εκείνο που έκανε την «ελληνική σκέψη» αληθινά ανεπανάληπτη: σε ένα όραμα για τον άνθρωπο που θα τολμά να συλλάβει τον κόσμο, να τον αναλύσει και να τον συνθέσει, και θα ζητά να υψωθεί σε ό,τι αποτελεί την κυρία αποστολή του, στην ποίηση του Ολου όπου τα επιμέρους ενώνονται και συμφιλιώνονται.
Είναι τελικά αυτός ο «απογοητευμένος Πλάτωνας» ένας δικός μας, ανθρώπινος Πλάτωνας; Ο Αλέξανδρος Μιστριώτης τον έβαλε στο δικό του προσωπικό και ποιητικό σύμπαν, που ξεκινά από την παιδική ηλικία και καταλήγει στην κατασταλαγμένη ωριμότητα. Το θέατρο που επιχείρησε να κλείσει την εμπειρία ανήκει στο μεταδραματικό είδος της θεατρικής διάλεξης, καθώς έχει στον πυρήνα του τη μεταφορά του πλατωνικού κειμένου. Μα έχει ακόμη έναν απομυθοποιημένο Πλάτωνα που σωματοποιείται με τα κοστούμια της Δήμητρας Λιάκουρα στη μορφή ενός μάλλον κοινού διανοούμενου, εμφανίζεται στα συντρίμμια ενός γραφειοκρατικού-ακαδημαϊκού ερειπιώνα (ο θαυμάσιος σχεδιασμός του χώρου ανήκει στον Βασίλη Ντόβρο) και πουδράρεται άτσαλα πάνω σε βάθρο, σαν να πρόκειται για κάποιον επαγγελματία ομιλητή (εκεί δεν κατέληξαν άλλωστε πολλοί από τους επιγόνους του;).
Δυο μεγάλα σπετσάτα παρεμβαίνουν στη σκηνή (η ζωγραφική του σκηνικού ανήκει στον Δημήτρη Μιστριώτη), το ένα με την εικόνα κάποιου «Τιτανικού» και το άλλο με την αυλαία ενός θεάτρου, σύμβολα και τα δυο της μεταβατικότητας του κόσμου που θα δεχθεί τη φιλοσοφία στο μέλλον. Στη δημιουργία του εικαστικού περιβάλλοντος συμβάλλουν εξίσου ο σχεδιασμός του φωτισμού από τον Σίμο Σαρκετζή και η μουσική τοπογραφία του Χρήστου Παραπαγκίδη.


Μα το τελικό επίτευγμα ανήκει στον Θωμά Βελισσάρη που αναλαμβάνει τη θέση του Πλάτωνα-αφηγητή. Η ακρίβεια της συνθήκης, η λεπτή και σημαίνουσα ερμηνεία, ο ρεαλιστικά έγκυρος όσο και ελαφρά μελαγχολικός τόνος του κάνουν την απόδοσή του σύντομο μάθημα φιλοσοφίας και σημαντικό μάθημα υποκριτικής. Μαζί με τον ευέλικτο υποκριτικά Οδυσσέα Ζήκα και τον ίδιο τον σκηνοθέτη που πλαισιώνει την παράσταση, συνθέτουν την ανθρώπινη ανάσα της «Επιστολής».
Θα συμπληρώσω χωριστά δύο παρατηρήσεις: πρώτα, πως θα πρέπει να είναι κάποιος καλά ενημερωμένος από πριν για το πραγματολογικό περιεχόμενο της «Επιστολής», ώστε να μη χαθεί στην παράσταση. Και έπειτα, πως η ίδια παραμένει ένα κείμενο απαιτητικό και ίσως όχι εύκολα αντιληπτό από τον καθένα.
