Ζητώ απεγνωσμένα την ενότητα, αν και είναι δύσκολο να επιτευχθεί, έστω και ουτοπική, αν και αδύνατη και ως εκ τούτου δραματική
Ο πρωτοπόρος της άρτε πόβερα Γιάννης Κουνέλλης, ο Ελληνας καλλιτέχνης από τον Πειραιά που κατέκτησε όλο τον κόσμο, κάνει αυτή τη φορά «κατάληψη» στο Monnaie de Paris, το ιστορικό Νομισματοκοπείο του Παρισιού.
Απλώνει σε 1.000 τ.μ. του ιδρύματος που χρονολογείται από τον 18ο αιώνα τις δυναμικές εικαστικές εγκαταστάσεις του για τη βία ενάντια στον άνθρωπο και τη φύση, με κυρίαρχα υλικό τον σίδηρο και το ύφασμα. Η έκθεση, που περιλαμβάνει παλιά και νέα έργα του, δεν έχει τίτλο, έχει όμως ψυχή.
Σαν άλλος αναγεννησιακός ζωγράφος, ο Κουνέλλης στήνει τα τεράστια καβαλέτα του στην επιβλητική κεντρική αίθουσα. Μόνο που τα τελάρα δεν έχουν χρώμα, είναι σιδερένια, έρχονται σε αντίθεση με τον περίτεχνο διάκοσμο, τους κίονες, τα μάρμαρα, τις επίχρυσες λεπτομέρειες.
Σε έναν άλλο χώρο ενορχηστρώνει το «Da inventare sul posto», κρεμάει ρούχα στους τοίχους, ενώ ένας βιολιστής παίζει και μια χορεύτρια στροβιλίζεται επίμονα, σχεδόν τρομακτικά.
Ο Γιάννης Κουνέλλης προσφέρει έντονη εμπειρία στους επισκέπτες, τους ενεργοποιεί. Οπως κάνει εδώ και δεκαετίες. Οπως μόνο ο ίδιος ξέρει να χειρίζεται τον χώρο, τα υλικά, τις μνήμες και τα συναισθήματα.
Οπως τότε που έβαλε 12 ζωντανά άλογα σε αίθουσα τέχνης ή όταν κρέμασε μεγάλα κομμάτια από σφαχτά σε σιδερένιους κύβους («Nabucco»), υπογραμμίζοντας την αντιπαράθεση ανάμεσα στη φύση και τον πολιτισμό.
Ετσι και τώρα, παρουσιάζει σταυρούς αλλά και μαχαίρια κουζίνας, κλουβιά που παγιδεύουν αρουραίους, καθώς και μεταλλικές βρεφικές κούνιες σκεπασμένες με στρατιωτικές κουβέρτες. Εικαστικές παρεμβάσεις για τη βία, τον φανατισμό, την καταστροφή. Την απειλή του θανάτου και την τραγικότητα της ανθρώπινης ύπαρξης.
Ο Κουνέλλης εμπνέεται και από την ίδια τη λειτουργία του παλαιού νομισματοκοπείου, σύμφωνα με τους ειδικούς, πώς ένα «εργοστάσιο» που παράγει νομίσματα συγκρίνεται με ένα «εργοστάσιο τέχνης». Τι είναι η δημιουργία ενός νέου έργου; Η τεχνική, η άσκηση στο εργαστήριο, η διαίσθηση, η έμπνευση, η κατασκευή ενός επαναλαμβανόμενου «μοντέλου»;
Περιζήτητος και ακριβοπληρωμένος σήμερα, ο 80χρονος καλλιτέχνης είναι χορτασμένος από εκθέσεις και διακρίσεις. Ποιος θα φανταζόταν ότι στα πρώτα του βήματα τον απέρριψε η Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας;
Τον δέχτηκε, όμως, η Ακαδημία Καλών Τεχνών της Ρώμης όπου και εγκαταστάθηκε το 1956. Η επαφή με ριζοσπαστικούς καλλιτέχνες της εποχής σε συνδυασμό με τους διαχρονικούς θησαυρούς της Αιώνιας Πόλης επέδρασαν στο έργο του. Το προσωπικό του λεξιλόγιο αρχικά προέβαλε σαν κωδικοποιημένη γραφή, με τη μορφή γραμμάτων της αλφαβήτου και εξισώσεων.
Στη συνέχεια επιστράτευσε τα ταπεινά υλικά της καθημερινότητας, κάρβουνο, μαλλί, βαμβάκι, για τις προκλητικές εγκαταστάσεις της «φτωχής τέχνης» ως αντίδραση στα πρότυπα της κατανάλωσης και στην ηγεμονία της αμερικανικής αγοράς τέχνης.
Εργα με αναφορές στην Ιστορία αλλά και στο πρόσφατο βιομηχανικό και αστικό παρελθόν, στην κοινωνία, στη φύση, στο μυστήριο της ανθρώπινης ύπαρξης δημιουργεί ο ακούραστος καλλιτέχνης. Εργα που δεν παύουν να μας προβληματίζουν για τη θέση μας στον κόσμο.
Info: Mέχρι 30 Απριλίου, www.monnaiedeparis.fr
