«Δεν είμαι θυμωμένος, μόνο λίγη θλίψη έχω. Ημουνα περήφανος γι’ αυτές τις εικόνες, τις αγαπούσα πολύ. Δεν μου είχε περάσει καν η σκέψη ότι μπορεί κάποιος να σοκαριστεί. Αλλωστε δεν ήθελα να προκαλέσω, αν είχα αυτόν τον σκοπό, θα είχα κάνει κάτι εντελώς διαφορετικό».
Ο Βέλγος καλλιτέχνης Κρις Βερντόνκ, έξι μέρες μετά τη βίαιη «αποκαθήλωση» του έργου του «Stills», που προβαλλόταν στους τoίχους οικοπέδου στην πλατεία Κλαυθμώνος, στο πλαίσιο του φεστιβάλ Fast Forward της Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών, περισσότερο με τον ιερέα που έκανε την καταγγελία στην αστυνομία, το βράδυ της 26ης Μαΐου, προβληματίζεται. «Θα πρέπει αυτός ο άνθρωπος να περνά τη ζωή του μέσα σε ένα συνεχές σοκ», λέει. «Η Αθήνα είναι γεμάτη από φωτογραφίες με γυμνά σώματα. Και το πέος, που τόσο τον ενόχλησε, στο έργο δεν φαίνεται παρά ελάχιστα δευτερόλεπτα».
Εχει και μια ωραία ιστορία να μας πει. Για έναν άλλο ιερέα, καθόλου μισαλλόδοξο. Οταν τον ρωτάμε αν ανάλογες βιντεοπροβολές του σε γιγαντιαία κτίρια της Ευρώπης είχαν βίαιο τέλος, απαντά. «Πρώτη φορά “κατέβηκε” έργο μου. Στη Ρώμη, στην Ισπανία, στις Βρυξέλλες δεν είχα κανένα πρόβλημα. Μόνο στη Βουδαπέστη.
Αλλά εκεί είχα αποφασίσει να το προβάλω πάνω σε μια εκκλησία. Συνάντησα, βέβαια, πρώτα τον εφήμεριό της και μου είπε: “Ναι, μπορείτε να το κάνετε”. Το βράδυ, όμως, μέλη της ενορίας συγκεντρώθηκαν έξω από την εκκλησία για να διαμαρτυρηθούν. Και τότε βγήκε ο ιερέας και σε όλη τη διάρκεια της προβολής συζητούσε με τον κόσμο. Ηταν καταπληκτικό».
Θα προτιμούσε, άραγε, μια πιο «επιθετική» στάση από τη μεριά της Στέγης; «Οχι, όχι», απαντά ο Κρις Βερντόνκ. «Δεν θα ήθελα να δημιουργήσω πρόβλημα σε κανέναν. Δεν έχω τίποτα με τους Ελληνες, έζησα μια πολύ ζεστή φιλοξενία και ελπίζω κάποια στιγμή να ξανάρθω για δουλειά. Εφτιαξα, άλλωστε, ένα έργο ειδικά για την πόλη σας. Αυτά τα γυμνά σώματα, τα γεμάτα τατουάζ και πίρσινγκ, που σόκαραν, ήταν μια ιστορία που γεννήθηκε βλέποντας τους τοίχους σας γεμάτους γκραφίτι…»
Πιο θυμωμένη από τον Βερντόνκ, αλλά και αποφασισμένη είναι η Αφροδίτη Παναγιωτάκου, η εκτελεστική υποδιευθύντρια της Στέγης. Οταν τη ρωτάμε αν στο μέλλον θα σκέφτονται πια δυο και τρεις φορές πριν εντάξουν ένα έργο, μια παράσταση, στον προγραμματισμό τους, απαντά κατηγορηματικά: «Δεν κάνουμε πίσω».
Αρκετοί αναρωτιούνται, πάντως, γιατί η Στέγη «κατέβασε» το έργο. Η κ. Παναγιωτάκου μάς εξηγεί πως εκτός του ότι «σέβονται και υπακούουν στους νόμους», δεν υπήρχε λόγος να μείνει όλο το βράδυ της 26ης Μαΐου στα κρατητήρια η υπεύθυνη παραγωγής του «Stills» και να περάσει το άλλο πρωί αυτόφωρο. Ετσι κι αλλιώς, η υπόθεση θα καταλήξει σε μια αίθουσα δικαστηρίου, έστω και έπειτα από ένα-δυο χρόνια.
Αυτό που εμείς ίσως δεν ξέραμε, αλλά η ίδια το ζει καθημερινά, είναι οι αντιδράσεις από ακροδεξιούς (ακόμα και το σάιτ της Χρυσής Αυγής) και θρησκευόμενους για παραστάσεις, δράσεις και ομιλίες στη Στέγη. Δεν κρύβει ότι στο περσινό τους πρότζεκτ «No Man’s Land», όπου οικονομικοί μετανάστες και πολιτικοί πρόσφυγες καθοδηγούσαν το κοινό στην αθέατη πλευρά της πόλης, η αστυνομία φρόντιζε να κάνει εφόδους μήπως και κάποιος από αυτούς δεν είχε χαρτιά!
«Δεν χρειάζεται, λοιπόν, να στοχοποιήσουμε τον ιερέα που έκανε την καταγγελία», επιμένει. «Ολοι ξέρουμε σε τι χώρα ζούμε. Ενας λόγος παραπάνω να συνεχίσουμε, να βοηθήσουμε να ανοίξουν τα μυαλά των ανθρώπων, να γεμίσουμε τον δημόσιο χώρο με έργα σύγχρονης τέχνης. Ναι, με γυμνό. Σαν αυτό που είχε ο Κρις Βερντόνκ στο έργο του. Δεν ήταν ωραίο, δεν ήταν υγιές και καθαρό σαν της διαφήμισης. Ηταν αληθινό, ζωντανό, γερασμένο, ηττημένο. Ηταν ο καθρέφτης μας. Σ’ αυτόν κοιτάχτηκε και ο ιερέας και τρόμαξε».
Kαι μας προωθεί ένα sms που έφτασε στο κινητό της από έναν άλλο ορθόδοξο ιερέα, που είχε δει το έργο, αλλά δεν έφριξε. «Ισως η θέαση των δερματίνων χιτώνων τρομάζει, αφού είναι το τελευταίο παραπέτασμα πίσω από το οποίο επιμελώς κρύβουμε αμαυρωμένη την εικόνα που ο Θεός έπλασε εντός μας στη δημιουργία».
