Καλλιτέχνης με δεκάδες πρόσωπα, σκηνοθέτης, συγγραφέας, μοντέρ, φωτογράφος, φιλόσοφος, δοκιμιογράφος, κριτικός, ποιητής, ταξιδιώτης και πάνω από όλα μια δυνατή, ειλικρινής και τολμηρή φωνή της Αριστεράς, ο Γάλλος Κρις Μαρκέρ (1921-2012), φέτος με την επέτειο των πενήντα χρόνων από τον Μάη του ’68, είναι στο προσκήνιο.
Δεν είναι καθόλου τυχαίο που η Ταινιοθήκη της Γαλλίας τού ετοίμασε ένα εντυπωσιακό αφιέρωμα με έκθεση και προβολή των ταινιών του (σ’ αυτήν πέρασε με τον θάνατό του το πλούσιο αρχείο του). Δεν είναι καθόλου τυχαίο που η «Εφημερίδα των Συντακτών» προσφέρει στους αναγνώστες της με την έκδοση του Σαββατοκύριακου, που εκτάκτως κυκλοφορεί την Παρασκευή, 25 Μαΐου, ένα από τα πιο διάσημα ντοκιμαντέρ του, «Το βάθος του ουρανού είναι κόκκινο».
O Kρις Μαρκέρ το γύρισε το 1977 και το ξαναμοντάρισε το 1998. Η τελική του μορφή έχει διάρκεια 3 ώρες και χωρίζεται σε δύο μέρη. Στα «Εύθραυστα χέρια» και στα «Κομμένα χέρια». Και τα δυο έχουν ένα κοινό θέμα: την ιστορία των μεγάλων κινημάτων και στιγμών της Αριστεράς τα τελευταία δέκα χρόνια, από το 1967 μέχρι το 1977. Επαναστάσεις, αλλά και εξουσίες.
Και οι τέσσερις ιστορίες, στις οποίες διαλέγει ο Μαρκέρ να επικεντρωθεί ήταν ήδη από τότε χαμένες. Κούβα, Βιετνάμ, Πράγα και Σαντιάγκο. Στη μέση όλων αυτών δεν θα μπορούσε να ξεχάσει να τοποθετήσει τη δική του, προσωπική, γαλλική «ουτοπία», τον Μάη του ’68, στον οποίο όλες οι παραπάνω επαναστατικές στιγμές συναντήθηκαν, ζυμώθηκαν, έδωσαν έμπνευση, εκφράστηκαν.
Η ματιά του είναι για άλλους πικρή και απογοητευμένη, για άλλους, όμως, ακόμα (και πάντα και πεισματικά) αισιόδοξη και αριστερή, αφού το βάθος του ουρανού, ό,τι κι αν έχει συμβεί, παραμένει κόκκινο, με νησίδες και κινήματα που έχουν πάρει τη σκυτάλη, οικολόγους και φεμινίστριες.
Εγραφε το 1977 στη «Le Monde Diplomatique» ο Ιγκνάσιο Ραμονέ για τις τέσσερις ιστορικές στιγμές της ταινίας: «Από τη μια μεριά είναι οι άνισες, ηρωικές μάχες δύο φτωχών χωρών εναντίον του αμερικανικού ιμπεριαλισμού (σ.σ. Κούβα, Βιετνάμ). Και από την άλλη, η κατάρρευση νησίδων σοσιαλισμού με ανθρώπινο πρόσωπο, στην Πράγα κάτω από την πίεση των δυνάμεων του σταλινισμού, στο Σαντιάγκο από την επέμβαση της Αμερικής. Στην ιμπεριαλιστική μηχανή απαντά η λογική του σταλινισμού: από τη Σκύλλα στη Χάρυβδη.
Ο Μαρκέρ, κάτω από τις εξελίξεις, οδηγείται σε μερικές αναθεωρήσεις, κυρίως αναφορικά με την Κούβα και τον Κάστρο, το καθεστώς του οποίου παρουσιάζει στην ταινία όλο και περισσότερο “σαγηνευμένο από το σοβιετικό μοντέλο”. Αναθεωρήσεις, χωρίς καμία αμφιβολία επίπονες για έναν σκηνοθέτη που για τόσο μεγάλο διάστημα, αλλά και με τέτοια δύναμη, είχε υποστηρίξει την επαναστατική γενναιοδωρία του κουβανικού στοιχήματος. “Γιατί οι εικόνες αρχίζουν να τρέμουν;” αναρωτιέται ποιητικά πάνω από μια εικόνα του Φιντέλ Κάστρο, την ώρα που τα σοβιετικά τανκς εισβάλλουν στην Πράγα. Με αυτόν τον τρόπο ο Μαρκέρ δείχνει χωρίς αμφισημία και ασάφεια από πότε χρονολογείται η αρχή της κουβανικής διάψευσής του».
Τη δική του δύσκολη πορεία και αναζήτηση μέσα στην ιστορία της Αριστεράς οφείλει να ακολουθήσει και ο σημερινός θεατής του ντοκιμαντέρ, κι ας είναι, σαράντα χρόνια μετά, πολύ πιο απομακρυσμένος από τα τραυματικά γεγονότα της δεκαετίας του ’60 και του ’70.
Οταν βγήκε η ταινία, ο Μαρκέρ καλούσε τον θεατή «να ξαναπάρει με υπομονή από την αρχή τον δρόμο που έχει διανυθεί, να ανακαλύψει ίχνη, να βρει ενδείξεις, αποτσίγαρα και αποτυπώματα, για να αποκαταστήσει την Ιστορία». Χωρίς διδακτισμό και αποκρύψεις. Και του πρόσφερε μια τεράστια πολυφωνική τοιχογραφία, μια κινηματογραφική σάγκα της Αριστεράς, μια ταινία μοντάζ βασισμένη σε ένα τεράστιο αρχειακό υλικό.
Η ταινία ξεκινάει με μια επαναστατική, αρχετυπική, ιδρυτική εικόνα: τα σκαλιά της Οδησσού από το «Θωρηκτό Ποτέμκιν». Τα πλάνα του Αϊζενστάιν σβήνουν και αναμειγνύονται με όλους τους επαναστατικούς αγώνες του ’60 και του ’70. Ο πόλεμος του Βιετνάμ με τους χρηματιστές της Γουόλ Στριτ να φωνάζουν «Βομβαρδίστε το Ανόι» κι έναν Αμερικανό πιλότο να ρίχνει τις ναπάλμ σαν να παίζει βιντεοπαιχνίδι. Ο θάνατος του Τσε Γκεβάρα και η αποτυχία των ανταρτών στη Βενεζουέλα.
Ο Μάης του ’68, ανάσα και ελπίδα, γιορτή της επανάστασης, η οποία, όπως έγραφε η «Λιμπερασιόν» το 1996, τότε που πρωτοπροβλήθηκε το ντοκιμαντέρ στο «ARTE», «τελειώνει σαν κακή φάρσα όταν μερικοί ηλίθιοι πετάνε στη μούρη του Ζαν Βιλάρ (σ.σ. κορυφαίος θεατράνθρωπος, ιδρυτής του Φεστιβάλ της Αβινιόν) το σύνθημα “Μπεζάρ, Βιλάρ, Σαλαζάρ”. Μα ακόμα και σ’ αυτό το σημείο ο Μαρκέρ προκρίνει τη διαύγεια από την πόζα του παλιού αγωνιστή».
Εξίσου καθαρό, αλλά και συγκινητικό για έναν αριστερό, είναι και το κομμάτι της ταινίας που είναι αφιερωμένο στην Πράγα, εκεί όπου τόσο ο Μαρκέρ όσο και οι φίλοι και συνεργάτες του, Χόρχε Σεμπρούν, Σιμόν Σινιορέ, Ιβ Μοντάν, είχαν εναποθέσει τις ελπίδες τους για «μια επανάσταση μέσα στην επανάσταση», με τη μετεξέλιξη του ίδιου του κομμουνιστικού κόμματος.
O Μαρκέρ δείχνει τα γκραφίτι στους δρόμους της Πράγας («Λένιν, ξύπνα, o Μπρέζνιεφ τα ‘κανε σκατά») και βρίσκει καταφύγιο στην τελευταία μεγάλη ελπίδα, τον Αλιέντε, στη Χιλή, που πνίγηκε στο αίμα από τα τανκς της αντίδρασης. Δείχνει τον λόγο της Μπεατρίς Αλιέντε στην Κούβα, όπου κατέφυγε, λίγο πριν αυτοκτονήσει κι αυτή, όπως ο πατέρας της, τον Οκτώβριο του 1977, τη στιγμή ακριβώς που το ντοκιμαντέρ του έβγαινε στις αίθουσες.
Ιnfo: Αλλες σημαντικές ταινίες του Μαρκέρ, τα «La Jetee» (Σταθμός Αποχαιρετισμού), «Γράμμα από τη Σιβηρία», «Κούβα, ναι», «Το μυστήριο της Κουμίκο», «Ο χαρούμενος Μάης» και «Η κληρονομιά της κουκουβάγιας», για την αρχαία Ελλάδα και το τι πρόσφερε στον σύγχρονο κόσμο.
