Σταθμός του μετρό. Πλατεία Αττικής. Κόμβος. Πλήθη μπαίνουν και πλήθη βγαίνουν. Ωρα αιχμής. Συνωστισμός στις θύρες εισόδου – εξόδου. Κραυγές. Βλαστήμιες. Υβρεις ακατάσχετες. Αυτοί που θέλουμε να βγούμε δεν μπορούμε. Αυτοί που θέλουν να μπουν το επιχειρούν προτού εμείς να εξέλθουμε.
«Ελεος, ρε παιδιά -εξίσταται ένας επιβάτης-, πώς θα μπείτε εάν εμείς δεν βγούμε;». Τίποτε οι εισβολείς. Επιμένουν. Αδιέξοδο. «Είστε απολίτιστοι» ωρύεται (με το δίκιο του) άλλος επιβάτης. Τότε ακριβώς αρχίζουν οι κραυγές – βλαστήμιες – ύβρεις.
«Απολίτιστος είσαι εσύ, ρε μαλάκα, και όλο σου το σόι. Εμένα, ρε, θα πεις απολίτιστο; Αντε γ… σου, καθίκι». Αρχίζει αμέσως ανταλλαγή γρονθοκοπημάτων. Επεμβαίνουμε μερικοί και επιτυγχάνονται ο διαχωρισμός και η ειρήνη. Σε λίγο όλοι οι φτωχοδιάβολοι έχουμε φτάσει στον προορισμό μας, μες στα νεύρα, την πίκρα και τη λύπη.
Το περιστατικό δεν εντάσσεται, δυστυχώς, στις μεμονωμένες περιπτώσεις. Το τσάκισμα των νεύρων εμφανίζεται σε πολλούς στην καθημερινότητα, σε όλες τις κοινωνικές εκφάνσεις.
Υπερένταση, επιθετικότητα, εχθρικότητα· σε λίγο μπορεί και να αφαιρούνται ζωές για ψύλλου πήδημα. Τα φαντάσματα και οι χίμαιρες που σκοτεινιάζουν το μέσα μας έχουν τελευταία καταλάβει και τον νου. Ολα μάς φταίνε. Το παραμικρό στραβοπάτημα ή στραβοκοίταγμα μπορεί να οδηγήσει στον όλεθρο.
Υφιστάμεθα μήπως όλη αυτή την οδυνηρή κατάσταση επειδή είμαστε φτωχοί σε ζωή; Κατανοητή η στενάχωρη κατάσταση στην οποία μας έχουν οδηγήσει τα δεξιά και αριστερά μνημόνια. Θα χάσουμε, όμως, τον ανθρωπισμό μας; Δεν φταίνε πάντα οι άλλοι που βρισκόμαστε σε τόσο άσχημη κατάσταση. Εδώ και πολλούς αιώνες (Επίκτητος λ.χ.) μας βολεύει αυτό το ερμήνευμα, να φορτώνουμε δηλαδή την κακοτυχία μας και την κακή μας διάθεση σε άλλους.
Λέμε να κρατηθούμε όρθιοι, να μη μας πάρει η κάτω βόλτα. Νομίζω αυτό προέχει κάθε άλλου αυτή τη στιγμή, ακόμη και από το να μείνουμε πεινασμένοι για μια-δυο μέρες. Ξέρουμε (Νίτσε λ.χ.) ότι ο καβγάς είναι ηδονή για όλους τους φτωχοδιάβολους, ότι «δίνει μια ελαφριά και μεθυστική αίσθηση δύναμης».
Φαίνεται γεγονός ότι το ξέσπασμα βίας, είτε λεκτική είναι αυτή είτε χειροδικία, ικανοποιεί ένα αίσθημα έλλειψης κουλτούρας και πολιτισμού.
Υπάρχει μια λεπτή δόση εκδικητικότητας σε κάθε βίαιη πράξη, μια προσπάθεια αποβολής των ταπεινών μιας αισθημάτων, μια αγωνία να φωνάξουμε ότι δεν είμαστε ακυρωμένοι από τη ζωή και την κοινωνία. «Αν είμαι εγώ κανάγιας, τότε πρέπει να ’σαι και συ». Ο,τι έχουμε εσωτερικεύσει δεν είναι όλα προϊόντα καλής αγωγής και εκπαίδευσης. Και όταν βγαίνουν έξω είμαστε ανήμποροι να τα τιθασεύσουμε ή ακόμη να τα κατανοήσουμε. Τα μεταφέρουμε όλα τότε στον νόμο, αλλά δεν είμαι βέβαιος ότι ο νόμος αρκεί…
Με εκφυλισμένα τα παλιά ένστικτα, θολωμένον τον νου και πληγωμένη την καρδιά, χωρίς αξιοπρέπεια και καταθρυμματισμένες προσδοκίες γινόμαστε έρμαια του σκότους των σπλάγχνων. Κανείς δεν μπορεί να βοηθήσει τότε. Γι’ αυτό είπαμε (πάντα θα το λέμε) να μείνουμε όρθιοι.
