Θα επιμείνω στις ενστάσεις των αναγνωστών, διότι υπήρξαν κι άλλοι που τηλεφώνησαν και συμφωνούσαν με τον πρώτο, που ήθελε περισσότερη χαρἀ και τόνο αισιοδοξίας· κριτικοί αλλά καλοπροαίρετοι και απαιτητικοί αναγνώστες. Συζήτησα τις ωραίες ενστάσεις με σοφό, βετεράνο μεν αλλά ενεργό, συνάδελφο. Ο ίδιος δεν διαφώνησε με τις εγερθείσες αντιρρήσεις· φιλοσοφικά και πολιτικά τάσσεται υπέρ της ευτραπελίας (κομψότητας -ευφυΐας – αστειότητας – ζωηρότητας). «Πάντα όμως -με συμβουλεύει- ελλοχεύει ο κίνδυνος να διολισθήσουμε στην ελαφρότητα, στο κενό κουτσομπολιό, στην επιδερμικότητα και εν τέλει στο life style. Καραδοκεί πάντα αυτός ο κίνδυνος, να παρεισφρήσουν στις σελίδες η ιλαρότητα και η σοβαροφάνεια και να εγκατασταθούν, εκδιώκοντας το χιούμορ και τη σοβαρότητα. Οπως και να ‘χει, έχουν δίκιο οι αναγνώστες και οφείλουμε να το εξετάσουμε ευθαρσώς». Τον ακούω με προσοχή. Καταλαβαίνω ότι δεν είναι θέμα εσωτερικό της εφημερίδας αλλά κατά πολύ ευρύτερο: είναι θέμα επικοινωνίας, δημοκρατίας. Είναι επίσης θέμα σεβασμού προς τους αναγνώστες, που στηρίζουν αξιοθαύμαστα το συνεταιριστικό πείραμα τούτης της εφημερίδας (επιτυχημένο έως τώρα).
«Τα πολιτικά παρασκήνια -συνεχίζει, γαλήνιος και πειστικός- γεννήθηκαν μες στη χούντα, τότε που όλα τα ‘σκιαζε η φοβέρα και τα πλάκωνε η σκλαβιά, ακριβώς για να εμψυχώσουν τον κόσμο με μια διαφορετική ματιά στην (αβίωτη) πραγματικότητα. Είσαι μικρότερος και δεν θυμάσαι, αλλά αυτά τα παρασκήνια είχαν τεράστια αναγνωσιμότητα. Μια ματιά στην πολιτική, με ειρωνεία και υπαινικτικότητα, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι πέρα βρέχει, αντιθέτως ήταν ένα ευφυές ξεγύμνωμα του αυταρχισμού της εξουσίας». Εχει κέφια ο σπουδαίος συνάδελφος (και φίλος…). Συμφωνώ βεβαίως με όσα λέει και επαυξάνω. Το χιούμορ είναι επαναστατικό, πηγάζει από καλή διάθεση και λεπτές ψυχολογικές παρατηρήσεις αφ’ ενός και αφ’ ετέρου από καλή γνώση θεσμών – κοινωνίας (ανθρώπων) – πολιτικής. Το πρόβλημα της χαλαρής ενημέρωσης είναι εγγενές στις εφημερίδες, σχεδόν άλυτο, αντιμετωπίζεται όμως. Πώς; Δίνοντας φωνή σε όσους δεν έχουν ή δεν προλαβαίνουν ή ξέρω ‘γώ τι. Σπάει η κρούστα της πηγμένης εντύπωσης ότι πολιτική είναι μόνο το κράτος και οι παραφυάδες του και ότι η κοινωνία είναι εκτός πάσης θέσμισης, διαλύεται η σοβαροφάνεια και διαχέεται ζωογόνος αέρας στην επικοινωνία.
Η στήλη της «Εφ.Συν.» «Ελεύθερη έκφραση» δίνει χώρο στους αναγνώστες αλλά δεν αρκεί. Χρειάζεται κάτι παραπάνω, μια πιο έντονη (βιο)ανάδραση, μια πιο σωματική επικοινωνία. Αυτό προϋποθέτει ευρύνοια και σθένος εκ μέρους των δημοσιογράφων κυρίως αλλά και από τους ίδιους τους αναγνώστες. Ετσι κι αλλιώς, μια οικογένεια είμαστε, δεν χωρούν ενδοιασμοί, ούτε καμιά επιφυλακτικότητα όταν πρόκειται για τη βελτίωση της δομής και του διαλόγου: κοινωνικού – πολιτισμικού – πολιτικού.
Μεγαλοψυχία και φιλία εκατέρωθεν, να μια ατραπός προς τη λεωφόρο του γίγνεσθαι του επικοινωνείν. Τότε είναι πιο εύκολα τα πράγματα, γίνονται από μόνα τους πιο ριζικά, ξεφεύγει η δημοσιογραφία από την επανάπαυσή τους στα δελτία Τύπου κρατικών και συναφών φορέων. Η ζωή σπαρταρά στους δρόμους και όχι στα γραφεία της ΓΣΕΕ ή του Μεγάρου Μουσικής, η ζωή δεν αντέχει κατασκευασμένες ειδήσεις, καθεστωτικές, ανάλαφρες. Ετσι και η επικοινωνία: σοβαρή και όχι σοβαροφανής, κριτική και όχι καθεστωτική, εύθυμη και όχι ξινή, πλούσια από πραγματικότητα, από λύπη και χαρά μαζί. Και ελπίδα.
