Με τη μνήμη ανακαλεί κανείς στο παρόν το παρελθόν του – πώς αλλιώς; Συμβαίνει όμως καμιά φορά να ανακαλείς το παρελθόν με οσμές και γεύσεις. Το βρεγμένο χώμα, το κλαδεμένο αμπέλι, ο μούστος και η μουσταλευριά όταν γίνονται αντιληπτά σήμερα δεν κάνουν τίποτε άλλο παρά να ζευγνύουν την παιδική ηλικία με τις σύγχρονες συνθήκες ζωής, να ανακυκλώνουν το νόημα της ζωής.
Δεν είναι τίποτε συνταρακτικό αυτό, απλώς χαίρει κανείς όταν μπορεί να συναντηθεί με τα πρώτα του σωματικά-νοητικά-ψυχικά φτερουγίσματα, ειδικά όταν αυτά συμβαίνουν στον γενέθλιο τόπο.
Μυρωδιές από χιόνι -για φαντάσου-, το τζάκι που καίει, η καμπάνα που καλεί τους ανθρώπους να πάνε πρωί στην εκκλησία, τα τσακάλια που εφορμούν στο χωριό μπας και βρούνε κάποιο θήραμα, οι καρακάξες που σου τρυπάνε τ’ αυτιά· ακόμη: η ομίχλη, τα μνημόσυνα, τα ξενύχτια στο καφενείο, το ελεγχόμενο αλκοόλ, η ραστώνη του Φλεβάρη [παρ’ ότι όλοι στο χωριό επιδίδονται με μανία στον κλάδο].
Οι πιο ωραίες πράξεις είναι εκείνες τις οποίες δεν έχουμε ακόμη εκτελέσει, λένε σοφοί τινές· το ίδιο συμβαίνει και με τα πρόσωπα. Υπάρχουν άπειρα πρόσωπα που δεν θα δούμε ποτέ αλλά που η ομορφιά τους μάς συντροφεύει στο ταξίδι της φαντασίας (στο παιχνίδι των θαυμάτων).
Είναι μια άσκηση αυτογνωσίας (ανθρωπογνωσίας) η επίσκεψη στον γενέθλιο τόπο, στις ρίζες, γιατί έρχεσαι αντιμέτωπος με τα πρώτα σκιρτήματα, με τα πρώτα φωνήματα· ο καλύτερος στίχος του Καβάφη φαντάζει λίγος μπροστά στο πρώτο επιφώνημα του προγόνου. Αυτό, όμως, πρέπει να γίνει κατανοητό από όλους εκείνους που νομίζουν πως γράφουν ωραία τάχα, υπαινικτικά, ειρωνικά, σκωπτικά, καταστροφικά εν τέλει.
Γίνεται φανερό ότι οι χρήστες μιας τέτοιας, ας πούμε σαρκαστικής, γλώσσας δεν τα πάνε και τόσο καλά με τις έννοιες «γενέθλιος τόπος» και «καταγωγικές ρίζες». Φαίνεται τούτο στην ασθματική γραφή τους, ειδικά όταν προσπαθούν να γίνουν «αφοριστικοί», αινιγματικοί, μυστηριώδεις και λοιπά (πράσιν’ άλογα).
Το αγκάλιασμα με το παρελθόν (με την παιδική ηλικία) δεν είναι παίξε-γέλασε· είναι αγώνας ακατάπαυστος με την κοσμοεικόνα που ο καθείς «κατάφερε» να αποκτήσει, να σχηματίσει, να δημιουργήσει. Ξεπέρασε ποτέ κανείς την παιδική [του] ηλικία; Κομμάτι δύσκολο εάν κάποιος άλλος κρίνει τη συμπεριφορά του. Μόνο οι αλλαγές στο σώμα του καθενός δηλώνουν ότι περνάει ο καιρός, χωρίς όμως να αλλάζει κάτι στο εσωτερικό [του σώματος].
Εκτός από τα ορατά, υπάρχουν και τα αόρατα. Εκτός από την αλήθεια, επικρατεί και το ψεύδος -το τελευταίο μάλιστα υπερτερεί. Είναι μάλιστα το ψεύδος ον -όχι μη ον, και ας διαφωνούσε ο Πλάτων, ο μέγας αυτός παραμυθάς και φιλόσοφος. Ολα όμως, έλεγε, «παίζονται» στα πρώτα χρόνια της ζωής του ανθρώπου, στον τόπο που μπουσούλησε και περπάτησε και γρύλισε και μίλησε. Τι να κάνουμε, έτσι, συνήθως, γίνονται τα πράγματα και ας υπάρχουν εξαιρέσεις.
Εξαρτάται τι ξύλα βάζει κανείς στο τζάκι, εάν θέλει να «επικοινωνήσει» με τα πρώτα του χρόνια στον πλανήτη ετούτον, εάν πραγματικά έλκεται από τις πρώτες τροφές, από τα πρώτα τραυλίσματα. Είναι ένα ωραίο ταξίδι μες στον χρόνο αυτή η νοσταλγική (νοητική και ψυχική) αναδρομή-διαδρομή. Είναι και μια φυσική άσκηση πολιτικής πράξης.
