Ο τίτλος έρχεται από έναν στίχο του ποιήματος «Θεατρίνοι» του Γιώργου Σεφέρη. Και είναι περιεκτικός για να περιγράψει την πολιτική περιρρέουσα ατμόσφαιρα. Πόλωση, χαμηλή ποιότητα, ευκαιριακοί σχεδιασμοί, ανύπαρκτος προσανατολισμός. Βλέπουμε ένα power game για μια θέση στο πολιτικό σύστημα. Πολλοί θεωρούν πολύ χρήσιμο τον εαυτό τους – καταπώς φαίνεται, με το αζημίωτο.
Κανένα φτιασίδι περί πλεονασμάτων και ανάπτυξης δεν μπορεί να καλλωπίσει την εικόνα της χώρας. Η τελευταία έκθεση του ΟΟΣΑ για την εμπιστοσύνη στους δημοκρατικούς θεσμούς (2023-2025) δείχνει ότι η Ελλάδα βρίσκεται πολύ κάτω από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ. Η φτωχοποίηση του πληθυσμού δείχνει στοιχεία τριτοκοσμικής κατάστασης.
Το «μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα», το μόνο πλαίσιο πόρευσης της κυβέρνησης, έχει προβλήματα. Αντί να μεταρρυθμίζει, επιτείνει τον κοινωνικό εμπαιγμό, την αποδιάρθρωση των πυλώνων της δημοκρατίας και της οικονομίας. Ό,τι γίνεται, γίνεται επιλεκτικά και με καταδολίευση των εθνικών και ευρωπαϊκών πόρων. Η τοξικότητα, η πόλωση και η αλαζονεία μετατρέπονται σε επιχειρήματα ενός διαλόγου μυωπικών, νάρκισσων, αυτιστικών και… αποψάτων που υπονομεύει και διαλύει τα πάντα. Το αποτέλεσμα είναι αυτό που βλέπουν οι περισσότεροι «εκεί έξω».
Βλέπουν μια κυβέρνηση που τσαλαπατιέται με τα σκάνδαλα των δικών της «παιδιών», που έχουν ή φροντίζουν να έχουν το ακαταδίωκτο. Το τελευταίο διάστημα έχουν παραχθεί περισσότερα σκάνδαλα από αυτά που μπορούμε να καταναλώσουμε. Βλέπουν ένα πολιτικό σύστημα που εισπράττει εις ολόκληρον την εκδίκηση της ελεύθερης αγοράς. Όταν αφήνεις ασύδοτη την αγορά, δεν συνεπάγεται ότι θα έχεις την αρμονική επενέργεια του «αόρατου χεριού». Όταν προκρίνεις την παθητική (σε βαθμό κοινωνικής αναλγησίας, πλην αποδοτική για το ταμείο) διαχείριση της προβληματικής οικονομίας, δεν είναι βέβαιο ότι θα έχεις θετικά αποτελέσματα.
Το σημερινό υπόδειγμα κινείται γύρω από τη μόνη ειλικρινή παραδοχή του πρωθυπουργού: «Με ενδιαφέρει η επικοινωνία και όχι η ουσία». Αυτή η παραδοχή δεν είναι ουδέτερη. Παράγει συνέπειες που χαρακτηρίζονται από το βαθύ χάσμα κυβερνητικών επιλογών και κοινωνικών αναγκών. Πρώτον, γιατί δεν έχουν εθνικό ορίζοντα, δεύτερον, γιατί αναπαράγουν εθνικές αδικίες, τρίτον, γιατί δεν θεραπεύουν εθνικές στρεβλώσεις, τέταρτον, γιατί δεν αντέχουν σε καμία επιστημονική, νηφάλια, εσωτερική και διεθνή λογική. Δεν είναι δυνατόν για κάθε θέμα πολιτικής η κυβέρνηση να δείχνει τη Δικαιοσύνη – της οποίας ήδη ελέγχει τα υψηλά κλιμάκια. Τα θέματα που προκύπτουν είναι πολιτικά θέματα κι όχι ζητήματα Δικαιοσύνης. To πλιάτσικο, τα σκάνδαλα, η έπαρση, η αλαζονεία και οι ανοησίες έχουν γίνει πλέον κανόνας.
Μια κοινωνία που δείχνει ανεκτικότητα -ενδεχομένως και συμμετοχή- στο πλιάτσικο εθνικών πόρων, δεν σημαίνει ότι συναινεί σε αυτές τις διαδικασίες, ούτε ότι τις επικροτεί. Ξέρει τι σημαίνουν τα «χεράτα» και τα «παντελονάτα». Όμως, έχει εκπαιδευτεί και το κάνει. Και οι εκπαιδευτές είναι οι ίδιοι οι κυβερνώντες. Ποια θα ήταν η πραγματική κοινωνική ασπίδα; Μια καλά οργανωμένη χώρα όπου η δημοκρατία θα ανασαίνει σε καλές δημόσιες υπηρεσίες, όπου οι ατομικές ελευθερίες θα συνδυάζονται με την κοινωνική δικαιοσύνη, σε μια κοινωνική τάξη πραγμάτων όπου οι ανισότητες δεν είναι εξόφθαλμα μεγάλες και στην οποία ο καθένας θα έχει την ευκαιρία να ζήσει μια πλήρη και ικανοποιητική ζωή. Όταν η ελευθερία και ο αλληλοσεβασμός δεν ισορροπούν με την ισότητα και την κοινωνική δικαιοσύνη και όταν οι κρίσιμες κοινωνικές ομάδες (νέοι, απόμαχοι της ζωής, εργαζόμενοι, αγρότες, κτηνοτρόφοι, δημόσιοι υπάλληλοι, τεχνίτες, μικροεπιχειρηματίες, γιατροί, μηχανικοί, πανεπιστημιακοί κ.λπ.) βλέπουν ότι οι ζωές τους δεν ανταποκρίνονται στις επιθυμίες τους, τότε η παραβατικότητα ως επιλογή εύκολα παίρνει κεφάλι.
Αυτή η κατάσταση δεν μπορεί να συνεχιστεί. Είναι αναγκαιότητα να αλλάξει. Εθνική αναγκαιότητα. Με ποιους; Ξανά στον Σεφέρη, στο «Υστερόγραφο»: «Κύριε, όχι μ’ αυτούς. Ας γίνει αλλιώς το θέλημά σου». Η επικαιροποίηση είναι ότι αυτοί «οπού θέλουν να αρπάξουν τη χώρα» δεν είναι επίβουλοι που έρχονται «απ’ έξω»· είναι λινάτσες, βρίσκονται εδώ και το κάνουν «δίχως να δίνουν λογαριασμό σε κανέναν κερατά». Το ζήτημα είναι για πόσο ακόμα.
