ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Κώστας Μελάς
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ακούμε πολλές φορές, κυρίως από στελέχη της Ν.Δ. ως απόδειξη της «επιτυχημένης οικονομικής πολιτικής» της κυβέρνησής τους, ότι οι καταθέσεις των ελληνικών νοικοκυριών αυξάνονται. Μάλιστα αδιαφορούν ή δεν αναφέρονται καθόλου στο γεγονός ότι αυτό έρχεται σε αντίθεση με το μακροοικονομικό μέγεθος της αποταμίευσης των νοικοκυριών, η οποία αντιθέτως υποχωρεί συνεχώς από την εποχή των μνημονίων, σύμφωνα με τα δημοσιευμένα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ.

Αυτό το φαινομενικά παράδοξο, η αποταμίευση να είναι αρνητική, αλλά οι καταθέσεις να αυξάνονται, μπορεί να εξηγηθεί με απλό τρόπο, αφήνοντας τους κυβερνητικούς εκπροσώπους να πανηγυρίζουν χωρίς λόγο. Το 71% των καταθετών στην Ελλάδα διατηρεί λιγότερα από 1.000 ευρώ στους λογαριασμούς του, ενώ το 2025 η Ελλάδα ήταν η μοναδική χώρα στην Ευρώπη με αρνητικό ποσοστό αποταμίευσης νοικοκυριών (-1%), καθώς τα έξοδα υπερβαίνουν το διαθέσιμο εισόδημα και οι Ελληνες «τρώνε από τα έτοιμα».

Ο μέσος όρος της Ε.Ε. για το ποσοστό αποταμίευσης βρίσκεται στο 14,5%, με κορυφαίες χώρες τη Γερμανία (20%) και την Τσεχία (19,4%). Δηλαδή τα ελληνικά νοικοκυριά ξοδεύουν συστηματικά περισσότερα από ό,τι κερδίζουν. Ταυτόχρονα όμως, οι καταθέσεις νοικοκυριών τον Δεκέμβριο του 2025 παρουσιάζονται αυξημένες σε σχέση με τα προηγούμενα έτη, στα 154 δισ. ευρώ.

Η εθνική αποταμίευση νοικοκυριών είναι μια ροή – μετρά το μέρος του εισοδήματος που δεν καταναλώνεται σε μια συγκεκριμένη περίοδο, συνήθως εκφρασμένο ως ποσοστό του διαθέσιμου εισοδήματος ή και του ΑΕΠ. Δηλαδή: Εισόδημα μείον Κατανάλωση = Αποταμίευση.

Οι τραπεζικές καταθέσεις είναι ένα απόθεμα – το σύνολο των χρημάτων που είναι κατατεθειμένα σε τράπεζες σε μια δεδομένη χρονική στιγμή, συσσωρευμένα από το παρελθόν. Το αρνητικό ποσοστό αποταμίευσης (ροή) σημαίνει απλώς ότι σήμερα η κατανάλωση υπερβαίνει το εισόδημα, χωρίς απαραίτητα αυτό να χρηματοδοτείται μέσω αναλήψεων από τις καταθέσεις, και συνεπώς χωρίς απαραίτητα να τις επηρεάζει.

Τα νοικοκυριά μπορούν να αποταμιεύουν επίσης σε μετοχές, ομόλογα, ακίνητα, μετρητά, συνταξιοδοτικά ταμεία. Οταν ένα νοικοκυριό αποταμιεύει θετικά (όταν το εισόδημα είναι μεγαλύτερο από την κατανάλωση), μέρος αυτού μπορεί να πάει σε κατάθεση – αυξάνοντας το υπόλοιπο. Αλλά οι καταθέσεις μπορούν να αυξηθούν και λόγω πώλησης άλλων περιουσιακών στοιχείων (π.χ. ακίνητο, μετοχές) χωρίς κανένα θετικό ποσοστό αποταμίευσης, ή από χρήματα που κινούνται εκτός του επίσημου κυκλώματος (παραοικονομία, φοροδιαφυγή, «μαύρο χρήμα»).

Επομένως, η μεταβολή καταθέσεων μετρά μόνο το κομμάτι που τοποθετήθηκε σε τραπεζικούς λογαριασμούς. Ομως η συνολική χρηματοοικονομική αποταμίευση των νοικοκυριών προκύπτει από στοιχεία που επηρεάζουν θετικά, όπως η μεταβολή καταθέσεων, η αγορά μετοχών, ομολόγων και αμοιβαίων, οι ασφαλιστικές και συνταξιοδοτικές εισφορές, αλλά και από στοιχεία που επηρεάζουν αρνητικά, αλλά και η αποπληρωμή δανείων (μειώνει το χρέος, άρα αποταμίευση) και ο νέος δανεισμός. Αρα αν η αποταμίευση νοικοκυριών είναι -1,0% του διαθέσιμου εισοδήματος, αλλά οι καταθέσεις αυξάνονται, αυτό μπορεί να σημαίνει ότι τα νοικοκυριά εκποιούν άλλα περιουσιακά στοιχεία (π.χ. πωλούν ακίνητα, εξαργυρώνουν επενδύσεις) και βάζουν τα χρήματα σε καταθέσεις. Για να εξηγηθεί πρακτικά η αύξηση των καταθέσεων των νοικοκυριών στην Ελλάδα με ταυτόχρονη αρνητική εθνική αποταμίευση και όχι θεωρητικά (αυτό το κάναμε) χρειάζεται να μετρηθεί από πού προήλθε η παρατηρούμενη αύξηση των καταθέσεων σε σχέση με τη συνολική χρηματοοικονομική αποταμίευση των νοικοκυριών. Μια πρώτη ένδειξη θα μπορούσε να είναι η μείωση του ποσοστού ιδιοκατοίκησης στην Ελλάδα την περίοδο 2019-2025.

Μέσα σε μόλις έξι χρόνια (2019-2025), το ποσοστό ιδιοκατοίκησης μειώθηκε κατά 6 ποσοστιαίες μονάδες – μία από τις μεγαλύτερες απώλειες μεταξύ των κρατών-μελών της Ε.Ε. Το 2019 το ποσοστό ιδιοκατοίκησης ήταν 75,4%, το 2020 κυμάνθηκε στο 73,9%, το 2021 στο 73,3% και το 2022 στο 72,8%. Οι αιτίες που ερμηνεύουν αυτή τη συμπεριφορά θα μπορούσαν να είναι ότι: μέρος ιδιοκτητών με οφειλές σε τραπεζικά ιδρύματα επέλεξαν να εξοφλήσουν τις υποχρεώσεις τους πουλώντας την ιδιοκτησία τους και στρεφόμενοι στο ενοίκιο. Αλλοι επέλεξαν να εκμεταλλευτούν τα ακίνητά τους μέσω βραχυχρόνιας μίσθωσης ή να πουλήσουν λόγω της ανόδου των τιμών. Ακόμη θα πρέπει να προσθέσουμε και τους πλειστηριασμούς.

Επομένως, τα στοιχεία για την αποταμίευση και τις καταθέσεις δεν είναι μια «ιστορία επιτυχίας» αλλά πιθανότατα μια ένδειξη εκποίησης περιουσιακών στοιχείων λόγω οικονομικής δυσπραγίας.