Εκείνο που νομίζω δεν λαμβάνουν υπ’ όψιν τους οι ευρωπαϊστές όταν δείχνουν την απέχθειά τους προς την πλέμπα του ελληνικού λαού (αγράμματοι, θρησκόληπτοι, ιδεοληπτικοί, εθνοκεντρικοί, ξενοφοβικοί και λοιπά) είναι το γεγονός ότι οι ίδιοι δεν σκοτίστηκαν να αναλύσουν την πορεία του «ανεξάρτητου» ελληνικού κράτους (που εξ απαλών ονύχων ήταν ένα προτεκτοράτο).
Μέσα σε λίγα χρόνια κλήθηκε ο λαός να υπερκαλύψει τα κενά της Αναγέννησης, του Διαφωτισμού, της βιομηχανικής (επιστημονικής) επανάστασης.
Πώς να συμβεί κάτι τέτοιο σε χρόνο μηδέν όταν «έπρεπε» να αποβάλει τον ραγιαδισμό, την εθελοδουλία, τις «κουμπαριές» (πελατειακές σχέσεις), τη μεγάλη φτώχεια, τις υποταγμένες σε ξένους κυβερνήσεις τους;
Και πώς να αποκτήσει αυτοπεποίθηση (εθνική συνείδηση και ταυτότητα) όταν ουδείς θεσμός μερίμνησε γι’ αυτό;
Ας μην ξεχνάμε δε ότι ένιωθε πάντα (ο λαός) εγκαταλελειμμένος και περιφρονημένος από τις «κυρίαρχες» τάξεις.
Οι ευρωπαϊστές, όντως, τρέφουν συμπάθεια (και τρέφονται απ’ αυτούς) σε όσους έχουν δεξιότητες και οικονομικούς πόρους, τους οποίους θεωρούν ως τους μόνους ικανούς να κυβερνήσουν και να ενταχθούν στο ευρωπαϊκό και διεθνές περιβάλλον· οι υπόλοιποι (το πόπολο) πού πάμε χωρίς εξουσία και χρήμα;
Ταυτιζόμαστε, άρα, με την υποκουλτούρα, τη χαμηλή της στάθμη, τα τιποτένια ένστικτα.
Σ’ αυτήν μας την «κατάντια» αντιδρούμε όπως μπορούμε: με επικλήσεις στις ρίζες και το αρχαϊκό κλέος, στην τοπικότητα και στον περιούσιο λαό, στη θρησκεία και τη γλώσσα, στην παράδοση γενικά.
Επαρχιώτες, άρα. Αφού η σχέση μας με την Ευρώπη είναι περιφερειακή και εκ των υστέρων, τι άλλο θα κάναμε για να αντιμετωπίσουμε την περιφρόνηση και τη χλεύη της ελίτ;
Κι έτσι δημιουργείται ο διαχωρισμός μεταξύ αυτών που ψήφισαν «ναι» και αυτών που επέμειναν στο «όχι».
Αυτό, όμως, είναι ισοπεδωτικό, διότι μεταξύ αυτών των δύο πόλων υπάρχει ένας τρίτος, θολός και ανεπεξέργαστος (και ο μεγαλύτερος ίσως όλων), όπου γίνονται ζυμώσεις και επέρχονται συγκρούσεις για το ποιοι είμαστε και πού πάμε.
Είναι ο τόπος όπου προσπαθεί να ανευρεθεί η οικουμενική ελληνικότητα με το πάντρεμα της παράδοσης με το σήμερα και το αύριο, η χωρικότητα με την υπέρβασή της.
Η ελληνικότητα δεν κατασκευάζεται (διότι αυτό κάνουν οι δύο πόλοι – ευρωπαϊστές και επαρχιώτες), είναι γύρω μας κάθε στιγμή.
Για να γίνει αντιληπτό το μεγαλείο της ώσμωσης απαιτείται ειλικρινές ενδιαφέρον, υγιή και ζωντανά σώματα και πάνω απ’ όλα, αγάπη.
Σ’ αυτόν τον (μεσαίο;) πόλο ουδείς αρνείται τη νεωτερική επιστημονική γνώση (υγεία, δημόσιες συγκοινωνίες κ.ά.), αρνείται, όμως, την καθολικότητα των νόμων και την άρνηση της βιωματικής τοπικής γνώσης (σοφία αιώνων).
Δεν έχουν θέση εδώ οι ολοκληρωτικού τύπου φορείς καθολικών αληθειών και οικουμενικών αρχών.
Εδώ ο λόγος φιλιώνει με τον θυμό, η σοβαρότητα με την ευθυμία, ο πρωτάνθρωπος με τον σημερινό άνθρωπο.
Φαίνεται μακρύς ο δρόμος για τη χειραφέτηση και την ανεξαρτησία και ίσως να μη βρεθεί ποτέ.
Χρέος, όμως, όλων φαντάζει ν’ αρχίσουμε έναν ουσιαστικό διάλογο, αν και πολλοί θεωρούν ότι αυτό το πουλάκι (του διαλόγου) έχει προ πολλού πετάξει σε ανεξερεύνητους, άπειρους ουρανούς.
Με ή χωρίς διάλογο το παρόν και το μέλλον πρέπει εντούτοις να διεκδικηθούν χωρίς καμία διαπραγμάτευση.
Θα ‘χουμε ίσως κενά, ατέλειες, αντιφάσεις, ψυχικές προσκολλήσεις; Δεν πειράζει.
