Καθώς τα διεθνή μαντάτα στροβιλίζονται σε μία νον στοπ αβεβαιότητα, στο Ζάππειο το εγχείρημα του «φεστιβάλ των Ολυμπίων» με τη βάναυση κατασκευή αποκρούστηκε. Μένει η εκκρεμότητα για τους εργαζόμενους. Στην Αλβανία τα ροζ φλαμίνγκο συνεχίζουν να εμπνέουν τις διαδηλώσεις εναντίον της εκποίησης του μοναδικού πλούτου της χώρας· και πού ξέρεις, μπορεί να παρατείνουν την άνοιξη. Και στην Αθήνα σήμερα διαδηλώνουν μαζί με άλλους οι εργαζόμενοι στις κατασκευές – ανάμεσά τους όσοι δουλεύουν στον «Ριβιέρα Τάουερ», τον ουρανοξύστη του υπό μετάλλαξη παραλιακού μετώπου, χωρίς να υπάρχει ασφάλεια ούτε και επαρκείς απολαβές σε ένα εκτός πολεοδομικών, κοινωνικών και αισθητικών ορίων λάμδειον άγος.
Με το βλέμμα στραμμένο σε ό,τι αντιστέκεται στον βουλιμικό καπιταλισμό, τέτοια παραδείγματα δίνουν μια ανάσα σε όσους/ες αντιστέκονται στην αλλαγή χρήσης χώρων ζωής και πολιτισμού που φέρνει η μονοκαλλιέργεια του τουρισμού σε ακόμα μία γειτονιά της Αθήνας. Μιλώ για τη «Μουριά», το καφενείο που πάνω από 100 χρόνια τιμά το όνομά του, ένα μοναδικό τοπόσημο της γειτονιάς Εξαρχείων/Νεαπόλεως, που αντιστέκεται στα σημεία, για να μη βγει νοκ άουτ από τα ύπουλα χτυπήματα μιας ανίερης συμμαχίας κερδοσκόπων και κράτους που τη στοχοποιούν.
Θυμάμαι την Καρολίνα, φοιτήτρια στο τμήμα Επικοινωνίας και ΜΜΕ, να έχει γοητευτεί από το καφενείο αυτό, αν και στην Αργεντινή, την πατρίδα της –και σε όλες τις άλλες πατρίδες στις οποίες είχε ταξιδέψει–, είχε γνωρίσει πολλά άλλα αυθεντικά και όχι τάχα καφενεία. Μαζί με την Κατερίνα, άλλο ένα ταξιδιάρικο πουλί, έκαναν ένα ντοκιμαντέρ μιλώντας με κάποιους από τους τακτικούς θαμώνες της «Μουριάς» που στέκεται φρουρός στις πύλες της Λαϊκής Αγοράς στην Καλλιδρομίου. Τον δρόμο με τις μουριές, που γεμίζει με μία συναυλία από φωνές, χρώματα και μυρωδιές κάθε Σάββατο. Με τα μαύρα και τα λευκά μούρα να χρωματίζουν τα πεζοδρόμια, θύματα στη συνήθεια να μη συλλέγουμε τους καρπούς που είναι δίπλα μας.
Το σμαραγδί πράσινο χρώμα στους τοίχους του καφενείου είναι ποτισμένο από τις κουλτούρες, τους καημούς και τις χαρές τόσων ανθρώπων, με τα ανόμοια τραπέζια και τις καρέκλες του, τον πάγκο στο πεζοδρόμιο, τις χαμηλές τιμές να είναι το ραντεβού και η καταφυγή φίλων και αγνώστων.
Στη Μαχαμπαράτα, το ινδικό έπος της εμφύλιας διαμάχης Πάνταβας και Κούρου, ο θεάνθρωπος Κρίσνα αναλαμβάνει μία πρεσβεία προς τους Κούρου για να αποτραπεί ένας πόλεμος που απειλεί ολόκληρη τη Γη. Δηλώνει ότι οι προτάσεις του θα είναι συμβιβαστικές, αλλά ότι, αν ο αρχηγός των Κούρου, Ντουριόντανα, τις αρνηθεί, θα ξεκινήσει ένας πόλεμος με όλα τα μέσα. Προτείνει έτσι να δοθεί στους Πάνταβας ένας τόπος για να ζήσουν, αλλά όταν ο Ντουριόντανα αρνείται αλαζονικά να δώσει έστω κι ένα χωριό, ο Κρίσνα δηλώνει ότι ο πόλεμος θα είναι μέχρις εσχάτων (απόσπασμα της γαλλικής από τα σανσκριτικά μετάφρασης του J.M. Peterfalvi).
Η «Μουριά» είναι κι αυτή ένα ελάχιστο που εξανθρωπίζει. Να μην το αφήσουμε να χαθεί.
