Στα καφενεία, στις καφετέριες, στις ταβέρνες λέγονται και ακούγονται πολλά ανάμεσα στους θαμώνες. Άλλοτε χαμογελάμε με τις συζητήσεις -λόγω φαιδρότητας-, ενώ κάποιες φορές μάς κάνουν να σκεφτούμε περισσότερο για τα λόγια που ακούμε. «Το 2008 ο μισθός μου ήταν 1.600 ευρώ περίπου, σήμερα παίρνω κάτω από 1.500» λέει κάποιος. Ναι! Οι μειώσεις των μισθών ήταν τόσο μεγάλες, έτσι σήμερα, μετά από δεκαοκτώ χρόνια, η ονομαστική τιμή του μισθού δεν αποκαταστάθηκε. Η δε αγοραστική αξία του είναι πολύ μικρότερη αν λάβουμε υπόψη τις αυξήσεις των αγαθών και των υπηρεσιών. Η αντίστοιχη ψαλίδα ανάμεσα στους μισθούς και στην αγοραστική αξία τους τα τελευταία πέντε χρόνια δεν χρειάζεται περιγραφή, τη ζούμε όλοι οι εργαζόμενοι.
Έχουμε όμως εξαγγελίες προγραμμάτων, υποστηρικτικών υπηρεσιών, οικονομικά πλάνα και μελέτες, ψηφιακές πλατφόρμες για να βοηθηθούμε. Όλα αυτά μεταφράζονται σε κουπόνια, μπόνους, επιδόματα, κάρτες υποστήριξης, καλάθια νοικοκυριών Χριστουγέννων και Πάσχα κι ό,τι άλλο σκεφτούν οι άριστοι επιτελείς των υπουργείων και των υπηρεσιών. Είναι οι ίδιοι που τον Δεκέμβριο του 2016 ήταν αντίθετοι και επέκριναν την οικονομική ενίσχυση που δόθηκε προς τους χαμηλοσυνταξιούχους.
Ενδιάμεσα πληροφορούμαστε από τα τηλεοπτικά κανάλια, δημόσια και ιδιωτικά, για άλλη μία οικονομική αναβάθμιση της χώρας μας από κάποιον οίκο του εξωτερικού, αλλά και την έκφραση λύπης και θυμού από τον πρωθυπουργό, τον κ. Μητσοτάκη, την οποία εκλαμβάνουμε ως κοροϊδία· γιατί δεν θέλουμε συμπάθεια και στοργή – καταπώς έλεγε μια παλιά διαφήμιση.
Σκέφτομαι τη λαϊκή θυμόσοφη φράση: «Τι να τα κάνεις τα λεφτά άμα δεν έχεις φράγκο». Τουτέστιν, τι να τα κάνω τα κουπόνια, τις κάρτες και τις ψηφιακές σας αρλούμπες, όταν το μεροκάματο κι ο μισθός δεν φτάνουν για να επιβιώσουμε. Τι να την κάνουμε την πλατφόρμα «Πόσο κάνει», όταν οι κάτοικοι της Αθήνας, της Θεσσαλονίκης, της Πάτρας κι άλλων μικρών ή μεγάλων πόλεων πρέπει να κάνουν πολλά χιλιόμετρα για να βρουν τις υποτιθέμενες χαμηλότερες τιμές των αγαθών. Άντε και βρήκες φτηνότερο το χαρτί υγείας ή το τάδε απορρυπαντικό, τι θα γίνει με τα πανάκριβα κρέας, τυρί, φρούτα και άλλα βασικά, καθημερινά τρόφιμα;
Αντί για οικονομικές αναλύσεις, σκέψεις, προτάσεις και άλλα ας ακούσουμε τον ποιητή Οδυσσέα Ελύτη, τριάντα χρόνια από την αποδημία του, που μας λέει:
«Πολλά δε θέλει ο άνθρωπος/ να ’ν’ ήμερος να ’ναι άκακος/ λίγο φαΐ λίγο κρασί/ Χριστούγεννα κι Ανάσταση/ κι όπου φωλιάσει και σταθεί/ κανείς να μην του φτάνει εκεί/ Μα ήρθαν αλλιώς τα πράματα/ τονε ξυπνάν χαράματα/ τον παν τον φέρνουν πίσω μπρος/ του τρώνε και το λίγο βιος/ κι από το στόμα την μπουκιά/ πάνω στην ώρα τη γλυκιά/ του τηνε παίρνουνε κι αυτή/ χαρά στους που ’ναι οι δυνατοί!/ Χαρά στους που ’ναι οι Δυνατοί/ γι’ αυτούς δεν έχει χόρταση».
