Κυριακή πρωί. Πήρε από την Πινακοθήκη το 550 για Φάληρο. Φουλαριστό πήγε ντουγρού στην (άδεια) λεωφόρο του Συγγρού. Μέρες τώρα σκέφτεται να γράψει κάτι γι’ αυτόν το δρόμο: ιστορία – κτίρια – κοινωνικά χαρακτηριστικά – ταχύτητα. Ηταν στον Φλοίσβο σ’ ένα τέταρτο. Σάκος στην πλάτη και παραλία. Ψαράδες με τα καλάμια τους στην πρώτη προκυμαία. Ηρεμη θάλασσα. Πρωινή αύρα. Αρκετοί για τόσο νωρίς οι λουόμενοι στην παραλία του Φλοίσβου. Πηγαδάκια στο νερό, χρόνια κολυμπάνε μαζί.
Περπάτημα μέχρι το ρέμα των Τραχώνων, στο Ελληνικό. Αθέατο μεν, ίσως και άγνωστο, στους πολλούς. Οχι στις πάπιες. Χουζούρευαν στα νερά του κάνα-δυο. Κάποτε υγροβιότοπος η περιοχή. Πιο κάποτε, κατοικήσιμη, με πολιτισμό αξιόλογο, προ Ελλήνων. Σκέφτηκε ότι σε κείνα τα μέρη –και σε άλλα– δεν ήταν οι Ελληνες οι πρώτοι που τα κατοίκησαν, τα καλλιέργησαν, τα ψάρεψαν και τα εκπολίτισαν.
Στην επιστροφή πλέον, μετά την πλαζ των χειμερινών κολυμβητών του Αλίμου, στην όμορφη προκυμαία, ανάμεσα πλαζ και μαρίνα Καλαμακίου, που πέρσι την ανατίναξε το κύμα και φέτος την έφτιαξαν ομορφότερη, αντιλήφθηκε ένα έργο τέχνης: Μεγάλο ψάρι, από πλέγμα μεταλλικό ανοξείδωτο, με ρύγχος, στόμα και δόντια από χαλκό. Στάθηκε. Εκπληκτος παρατήρησε ότι ήταν ένας ευφυής, καλαίσθητος συλλεκτήρας πλαστικών μπουκαλιών! Κοίταξε ολόγυρα για κανένα πεταμένο μπουκάλι. Πεντακάθαρα! «Η Τέχνη υποχρεώνει!» μονολόγησε.
Κολύμπησε μισή ώρα στον καθαρό, λόγω βορειοδυτικού ανέμου, Μπάτη. Στο λεωφορείο της επιστροφής διάβασε το 22ο από τα 30 διηγήματα συλλογής: «Η γυναίκα που δεν γνωρίζω» (εκδόσεις Μανδραγόρας) της Κατερίνας Καζολέα, συγγραφέας έξυπνη, με φαντασία γόνιμη και πεπαιδευμένη. Τίτλος: «Στη Μεγάλη Πόλη». Κατέβηκε στην Πινακοθήκη. Είδε απέξω αρκετό κόσμο, ιδίως νέους, που περίμεναν ν’ ανοίξει. Στο πρώτο παρκάκι γλύκανε το στόμα του με μια χουφτίτσα γινωμένα άσπρα μούρα. «Πώς τα τρως άπλυτα!» τον ρωτάνε. «Τι θα πάθω!» απαντάει…
