Είπα σήμερα να βάλω σταυρό στην ταράτσα του Riviera Tower, όπως βάζανε στις ταράτσες των πολυκατοικιών του ’50-’60 με το τελείωμα, και μάλιστα τον φωταγωγούσαν, για το γούρι που λέμε – να είναι γουρλίδικες και για τους ενοίκους, όπως ήταν για τους εργολάβους, κυρίαρχη τάξη τω καιρώ εκείνω, μηδέποτε παρακμάσασα έκτοτε.
Όχι πως θεωρώ ότι το εν λόγω κτίριο/μεγαθήριο στην παραλία «άνοιξε συζήτηση για το μέλλον της πόλης» και προς το καλό, όπως τουλάχιστον υποστήριξε ο κ. Στέφανος Τσουλάκης στην «Συντακτών του (περασμένου) Σαββατοκύριακου». Όμως ούτε και την κλείνει, ελπίζω. Αλλά, κυρίως, επειδή νομίζω ότι η επί τρεις ημέρες επιμονή μου σε ένα θέμα -όσο και αν πιστεύω ότι είναι ιδιαίτερης βαρύτητας, προπαντός… ύψους- είναι συγχρόνως και κουραστική για τον αναγνώστη, τον οποίο, 45 χρόνια τώρα στο χρονογράφημα, δεν έπαψα στιγμή να τον σέβομαι, σε χρόνο και ποιότητα πληροφόρησης.
Υποστηρίζω λοιπόν ότι μακάρι το μικρό αποτύπωμα σε γη των ουρανοξυστών να έχει -στο μέλλον της πόλης- ευεργετική επίδραση σε ελεύθερους χώρους. Μόνο που αυτή η θέση, ενώ στην απλή λογική της είναι θετική. Στην εργολαβική λογική του παρελθόντος απέβη έως μοιραία, τουλάχιστον για την Αθήνα, από τον καιρό της αντιπαροχής, ’50-’70, έως πρόσφατα, με την περίφημη μεταφορά συντελεστή δόμησης, μέχρι και πολύ πρόσφατα με τα άλλα περίφημα «ενεργειακά σπίτια».
Εν ονόματι προστασίας περιβάλλοντος και εξοικονόμησης ενέργειας, τα τελευταία χρόνια ενεργείται μία «ληστεία» δομημένου χώρου σε βάρος του ελεύθερου που δεν έχει, νομίζω, προηγούμενο. Αν προσθέσουμε τώρα και την κάθετη δόμηση, να μας φέρει την εξ ύψους βοήθεια, όπως μας την έφερε η… οριζόντια με απτά, έως ασφυκτικά, αποτελέσματα. Τότε… εάλω πάλι η πόλις και γαία πυρί και τσιμέντο μειχθήτω…
ΥΓ. Αφιερωμένο στη μνήμη της συναδέλφου Λένας Δουκίδου και του συγκρατούμενού μου επί χούντας, αρχιτέκτονα, Ανδρέα Δάνου, που αγωνίστηκαν προς αποτροπή…
