Πόσο εύκολο είναι σε μια ψηφιακή εποχή να δημιουργηθούν εστίες πολιτικής κοινωνικότητας που θα μπορούσαν να αντισταθούν; Δεδομένου ότι εκείνο που είναι έκκεντρο και αντιστέκεται μέσα σε μια «ιδρυματική» ηλεκτρονική πλατφόρμα, απορροφάται αυτόματα και αυτοακυρώνεται από τη στερεοτυπία του ψηφιακού κόσμου της πλατφόρμας. Εκεί δηλαδή όπου το άλλο, το διαφορετικό, τελικά εναρμονίζεται με το ίδιο μέσα από τις απαιτήσεις της ενημερωτικής-πληροφοριακής ηλεκτρονικής σούπας.
Ο πιο άγριος λαϊκισμός συντελείται μέσα στις ψηφιακές ηλεκτρονικές πλατφόρμες. Και είναι να αναρωτιέσαι αν η τεχνοκρατία με τη βοήθεια της ψηφιακής πραγματικότητας αποτελεί τον πιο τέλειο λαϊκιστικό ολοκληρωτισμό. Ο Ν. Πουλαντζάς είχε αφήσει ακριβώς αυτές τις υπόνοιες μιλώντας κατά πόσο η τεχνοκρατία (χωρίς να γνώριζε τη σύγχρονη ψηφιακή ηλεκτρονική νεο-πραγματικότητα μας) θα γινόταν φορέας μιας «νέας μικροαστικής τάξης».
Σήμερα θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο ηλεκτρονικός ψηφιακός κόσμος μας αποβλέπει στην ποδηγέτηση των ευάλωτων μικροαστικών στρωμάτων μέσα από συγχωνεύσεις και επιδράσεις, όπου η ενημέρωση πηγαίνει μαζί με την επιφανειακότατα, η χειραφέτηση μαζί με τα διλήμματα μεταξύ σιωπής και παρέμβασης και η αποδοτικότητα να συναιρείται μεταξύ παραίτησης και έκρηξης. Χωρίς βέβαια να παίρνει κάτι προβάδισμα.
Η εποχή μας είναι η εποχή της σύνθεσης των αντιθέτων και των αντιφάσεων. Ο καταγγελτικός γίνεται ταυτόχρονα και απολογητικός και ο πρωτοπόρος της πολιτικής μεταμορφώνεται την ίδια στιγμή σε «γκουρού» της ουδετερότητας. Πρόκειται ουσιαστικά για μια συμφιλιωτική ελαφρότητα που μέσα από τις συγχωνεύσεις των αντιθέτων συσσωρεύονται εξουσίες και αποσύρσεις σημασιών.
Δεν χρειάζεται σήμερα να εξαντληθούν τα αποθέματα πειθούς και αυτό γιατί το διαυγές δεν υπάρχει, έχει θολώσει κάθε ίχνος του, οι ηλεκτρονικές πλατφόρμες έχουν αλλάξει όλα τα κριτήρια και έχουν γίνει το «άρχον σύστημα». Ετσι ποια έμφαση μπορείς να δώσεις σε πολιτικά και κοινωνικά σχέδια δημοκρατικής δομής και κοινωνικής συνοχής; Μπροστά στη δίνη αυτής της ηλεκτρονικής ψηφιακής ρευστότητας όλα τα μοντέλα αποτυγχάνουν. Τα πεδία πολιτικής θεωρίας και πράξης, αλλά και οι κοινωνικές θεσμίσεις μοιάζουν με κλειστά συστήματα που δεν μπαίνουν σε ανταγωνισμούς και αυτό γιατί θεωρούνται διαλυτικά της ομοιογενοποίσης που προσφέρει ο ηλεκτρονικός – ψηφιακός μας κόσμος. Ολα γίνονται γρηγορούσα ετοιμότητα της τεχνητής λύσης που σου δίνει η Τεχνητή Νοημοσύνη», έτσι το πολιτικό πρόβλημα όπως λέγαμε παλαιότερα χάνει την αξία του και την ιστορική δοκιμασία του. Και αυτό γιατί οι τεχνητές λύσεις είναι ανεξάντλητες. Ετσι τα προβλήματα βολεύονται με ομοιώματα ή με αλγόριθμους.
Ο Νορμπέρτο Μπόμπιο έγραφε ότι η δημοκρατία αποτελεί παράθεση επιχειρημάτων γύρω από ουσιαστικά ζητήματα αποφασιστικής σημασίας. Σήμερα όλα μπορούν να επιλυθούν μέσα από έναν αλγόριθμο σύμφωνα με τον «γκουρού» της Google Ρεϊ Κερζουέλ και τον Αλεξάντερ Κινταλίνα.
Στις προσομοιώσεις της «τρίτης τάξης», όπως έγραφε ο Ζαν Μποντριγιάρ, υπάρχει μια πλήρης απουσία της πραγματικότητας. Στη βιομηχανική κοινωνία η παραγωγή ήταν κυρίαρχη γιατί ήλεγχε την κοινωνία. Στη νεο-κυβερνητική καπιταλιστική κοινωνία η αναπαραγωγή ελέγχει την κοινωνία. Ο Ζ. Μποντριγιάρ υποστήριζε σθεναρά ότι οι προσομοιώσεις της «τρίτης τάξης» είναι τα ισχυρότερα μέσα κοινωνικού ελέγχου στη σύγχρονη μεταμοντέρνα κοινωνία. Αναφέρει παραδείγματα δημοψηφισμάτων, πολιτικών δημοσκοπήσεων και δημόσιων απόψεων τονίζοντας ότι «οι απαντήσεις των δημοψηφισμάτων σχεδιάζονται εκ των προτέρων από τις ερωτήσεις. Ολες οι απαντήσεις ανάγονται σ’ ένα δυαδικό κώδικα που χρησιμεύει ως πρωτότυπο. Ως εκ τούτου οι δημοσκοπήσεις δεν αντιπροσωπεύουν τίποτα γιατί οι μάζες απαντούν με προσομοιωμένες απαντήσεις». Ζούμε θα λέγαμε κάτω από έναν ιδιότυπο «θεσμικό» τύπο της ψηφιοποιημένης συνθήκης μας.
*Καθηγητής Πολιτικής και Κοινωνικής Φιλοσοφίας
