ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Γιώργος Τσιάρας
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Το ξέρω, έχετε δίκιο: έχω τρεις ολόκληρους μήνες να γράψω «δρομολόγιο». Ομως θέλω κι εσείς να με καταλάβετε- μου ήταν πρακτικά αδύνατο να καταπιαστώ με αυτή την καταραμένη στήλη μέσα στον κυκεώνα της πανδημίας. Επικαιρότητα, ναι – να γράψω όσο θέλετε, για τον Τραμπ και τον Μπολσονάρο και τον Μακρόν και τη Συρία και τη Λιβύη κι ό,τι άλλο χρειαστεί. Και όντως έγραψα, όλο αυτό το διάστημα, όταν χρειαζόταν. Αλλά οι τακτικές, προσωπικές στήλες γνώμης είναι δύσκολα θηρία, σκέτοι κανίβαλοι – άμα δεν τις ταΐζεις, καμιά φορά στρέφονται εναντίον σου και αρχίζουν να τρέφονται απ’ τις σάρκες σου.

Δείξε όμως κι εσύ λίγη κατανόηση, καλέ μου αναγνώστη. Ηταν μια πολύ δύσκολη περίοδος και για μένα, με πολλή δουλειά (προσωπικό ασφαλείας γαρ), βαριές προσωπικές απώλειες (αντίο, Περικλή μου! αντίο, Ιωάννα μου!), και αδυσώπητη, αναπόδραστη, απερίγραπτη μοναξιά- έτσι όπως έπιασα τον εαυτό μου να ανεβοκατεβαίνει σαν ζόμπι από την άδεια εφημερίδα στο ακόμα πιο άδειο σπίτι μου, μέσα από την πιο άδεια Αθήνα που έχω δει ποτέ. Βλέπετε, πάντα αγαπούσα την άδεια Αθήνα, δούλευα επίτηδες τον Δεκαπενταύγουστο για να απολαμβάνω τη φυγή των Αθηναίων- αλλά αυτή τη φορά τρόμαξα για τα καλά. Τι ζωή είναι αυτή, χωρίς αγκαλιά μητρική, φιλική, ερωτική, χωρίς παρέες, πειράγματα, γέλια – χωρίς έρωτα; Τι ζωή είναι αυτή, όπου όλα -συσκέψεις, αναθέσεις, αγοραπωλησίες, φλερτ, καβγάδες και χωρισμοί- γίνονται με… μέιλ και σκάιπ, μέσα από μια κούφια, απρόσωπη οθόνη;

Δεν σου κρύβω πως υπάρχουν κι άλλοι λόγοι για την ολιγόμηνη αποστασιοποίησή μου απ’ αυτό το τακτικό ραντεβού μας. Σίγουρα είναι κι αυτά τα γαμημένα τα πενήντα, που έρχονται απρόσκλητα να βαρέσουν το καμπανάκι του μυαλού μου και να μου θυμίσουν, σε συνδυασμό πάντα με τον ίο, πόσο μάταια και φευγαλέα είναι όλα στη ζωή, πόσο αστεία καταντούν τα μικρά και μεγάλα μας σχέδια, οι ελπίδες και οι μωροφιλοδοξίες μας, όταν σκάει μύτη από τη γωνία ο Ψηλός με το δρεπάνι.

Στην περίπτωση μου βέβαια το… φλερτάκι με τον Χάρο δεν είχε ιδιαίτερο σασπένς, ούτε διάρκεια – απλά κάποια στιγμή τον Απρίλη το στομάχι μου εξερράγη και σήκωσα πυρετό για δύο μέρες, οπότε έκατσα σπίτι μέχρι να κάνω το τεστ – και να βγει αρνητικό. Αλλά εκείνες τις δυο μέρες της συγκρατημένης αγωνίας, και ειδικά το πρώτο δύσκολο βράδυ, που δεν ήξερα αν είχα τον ιό και αν θα τη βγάλω καθαρή ή θα γίνω κι εγώ κομμάτι της στατιστικής τού κ. Τσιόδρα, κατάλαβα -διπλωμένος στη τουαλέτα μου- περισσότερα πράγματα για τον εαυτό μου και τις σχέσεις μου, αληθινές και… virtual, απ’ ό,τι θα μου μάθαιναν δέκα χρόνια ψυχανάλυσης!

«Και πριν προλάβω τρις να σ’ αρνηθώ,

σκούριασε το κλειδί του παραδείσου»…

Αλλά η καραντίνα πέρασε, οι Αθηναίοι ξαναβγήκαν από τα διαμερίσματα και η νέα «κανονικότητα» μοιάζει ακόμη πιο ζοφερή από πριν, εντός και εκτός Ελλάδας, με τα πάσης φύσεως αφεντικά να εκμεταλλεύονται την κρίση για να ξεμπερδεύουν με ό,τι έχει απομείνει από την κληρονομιά του Διαφωτισμού. Κοιτάζω γύρω μου στον κόσμο και με πιάνει θλίψη: τι άξια έχει αλήθεια να χτυπάς το κεφάλι σου στον τοίχο και να φωνάζεις μια ζωή για τα αυτονόητα, να είσαι «τζάμπα σωστός με το στανιό», όταν οι περισσότεροι συνάνθρωποί σου αρνούνται να διδαχτούν στοιχειώδεις αρχές αλληλεγγύης και ανθρωπισμού και εξακολουθούν να κοιτάνε μόνο την πάρτη τους, όταν αρνούνται να κοιταχτούν αληθινά στον καθρέφτη και να δείξουν συμπόνια και ενσυναίσθηση, ακόμη και μέσα σε μια τέτοια τρομερή κρίση; Οταν τόσοι μορφωμένοι, κατά τα άλλα, και «πολιτισμένοι» άνθρωποι καταπίνουν αμάσητα βουνά από σανό και υπηρετούν πιστά αλλότρια αφηγήματα σχεδιασμένα για την κατάργηση και των τελευταίων ελευθεριών και δικαιωμάτων τους;

Θα τα διαβάζεις τώρα όλα αυτά και θα νομίζεις ότι ο Τσιάρας έπαθε κατάθλιψη και… έκοψε καπίστρι, που λέει κι ο Σταματόπουλος. Οχι όμως – το αντίθετο συμβαίνει! Μόλις γύρισα ηλιοκαμένος και ευτυχής από οχταήμερες διακοπές στην (άδεια, και γι’ αυτό υπέροχη!) Ζάκυνθο, η εφημερίδα άρχισε πάλι να ζωντανεύει, οι δικοί μου είναι όλοι καλά, και αντί να πέσω στα πατώματα, νιώθω πάλι μια άγρια δίψα για ζωή, έρωτα και δημιουργία. Και να ’μαι τώρα πάλι εδώ, φάτσα με φάτσα με το θηρίο εντός μου – και δεν φοβάμαι τίποτα πια.

Η ζωή είναι δώρο, δεν είναι σωστό να την κοιτάμε στα δόντια και να μεμψιμοιρούμε, ούτε να μιξοκλαίμε γι’ αυτά που χάσαμε, όταν όλοι οι δρόμοι είναι ανοιχτοί και μας φωνάζουν «έλα». Carpe diem, λοιπόν- Αδραξε τη Μέρα, αγκάλιασε τους πόθους και τις αδυναμίες σου, ζήσε με τους άλλους και για τους άλλους. Αυτό τουλάχιστον αποφάσισα πως θα κάνω εγώ από εδώ και μπρος, ξεκινώντας από αυτό εδώ το κυριολεκτικά… ψυχοβγαλτικό, ανυπόφορα αυτοαναφορικό κείμενο. Γιατί και η λησμονιά, όπως λέει σ’ ένα ποίημα του ο μέγας Μπόρχες, ο σπουδαιότερος ίσως Γιώργης απ’ όλους μας, «είναι η μεγαλύτερη εκδίκηση και η μοναδική συγγνώμη».