Συμβαίνει κάτι περίεργο με τους γραφιάδες κάθε είδους. Από τη στιγμή που θα ασχοληθούν με κάποιο θέμα, είτε αυτό είναι ο έρωτας, είτε κάποιο ιστορικό ή μυθικό πρόσωπο, αμέσως νιώθουν πως κάποιου είδους προνομιακή σχέση τούς συνδέει με το αντικείμενο. Κι αν αυτό έχει κάποια βάση για τους ακαδημαϊκούς οι οποίοι/ες αποτυπώνουν στο χαρτί τόσο την εξέλιξη όσο και τα συμπεράσματα της έρευνάς τους, στην περίπτωση της μυθοπλασίας η ειδημοσύνη ανήκει από κάθε άποψη στη σφαίρα της φαντασίας. Δομικά, μάλλον, αφού το βιβλίο, θεατρικό κ.λπ. που θα προκύψει, εφόσον βέβαια προκύψει, προκειμένου να σταθεί αυτόνομα ως μυθοπλασία θα πρέπει να αποτυπώσει το σημείο μετά την έρευνα, το προχώρημα ή τη διαστρέβλωση της ιστορίας ή του μύθου, και όχι τη στιγμή που ο/η συγγραφέας πέρασε μελετώντας.
Αν είχα χρόνο κι αν ήταν αυτό το θέμα μου, θα υποστήριζα πως η συνθήκη αυτή ισχύει ακόμα κι όταν η μυθοπλασία μοιράζεται τη σκηνή με την έρευνα στο τελικό παραδοτέο, αλλά το θέμα μου δεν είναι αυτό. Είναι ο Προμηθέας. Εκείνος του μύθου με τον οποίο ασχολήθηκα κι εγώ κάποτε και κάπως τον θεωρώ «δικό μου» κι εκείνος ο καψερός που στέκεται μπερδεμένος εδώ και κάποιες μέρες στο Πεδίο του Αρεως με λουκ ντεμί ολυμπιονίκη, ντεμί του αγοριού απέναντι πείτε του πως πεθαίνω, μπροστά σε κάτι σαν τιμοκατάλογο γραμμένο στο πόδι νοσταλγού των καταστασιακών –πιθανότατα μεθυσμένου, αφού εκτός από τις τιμές που ξέχασε να γράψει, αμέλησε να κάνει κι επιμέλεια.
Θέλω να πω, εκτός βέβαια από τη λέξη «εστίαση» που, εντάξει, είναι δυνατή αρχή και σίγουρα δίνει το στίγμα, πώς αλλιώς εξηγείται γιατί κάποιοι κλάδοι αναφέρονται με τη γενική τους, μη προσωποποιημένη περιγραφή π.χ. δημοσιογραφία, περίπτερα, φροντιστήρια, κρεοπωλεία κ.λπ., ενώ σε άλλες περιπτώσεις είναι οι ίδιοι οι μικρομεσαίοι (ψυχολόγοι, διακοσμητές, εκδότες, εκπαιδευτές οδήγησης) που βγαίνουν μπροστά σαν άλλοι τιτάνες για να διεκδικήσουν την ορατότητά τους στον δημόσιο χώρο –εννοείται μόνο στο αρσενικό, γιατί πού να βρίσκεις τώρα χώρο στον δίσκο ή τη διάθεση να ασχοληθείς με πράγματα όπως η συμπερίληψη;
Μακάρι όμως να τελείωναν εκεί τα ερωτήματα που γεννά αυτή η τόσο αινιγματική νέα ενσάρκωση του Τιτάνα. «Από τι υλικό είναι φτιαγμένο το άγαλμα;», ρωτάει ο διακοσμητής. «Ποιος του χτένισε έτσι το μουστάκι;» ρωτάει ο ιδιοκτήτης κέντρου αισθητικής. «Πόσα κιλά σηκώνει για να διατηρήσει τη γράμμωση στο μπρατσάκι;» ρωτάει ο γυμναστής. «Πώς λένε τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις στα αγγλικά;» ρωτάει ο μεσίτης για να προσθέσει το ατού στην περιγραφή του Airbnb στα Εξάρχεια. Και ποιος, διάολε, επέτρεψε σε αυτό το έκτρωμα να τοποθετηθεί στον δημόσιο χώρο μας, ρωτάμε όλοι και όλες μας εδώ και κάποιες μέρες.
Για να επιστρέψω, όμως, στον Προμηθέα, τον δικό μου, τον έτσι μου, που έκλεψε τη φωτιά για να τη δώσει, αποκαλύπτεται τώρα, στους μικρομεσαίους, ανάμεσα στις εκδοχές που κυκλοφορούν στην πιάτσα για τη λύτρωσή του από την τιμωρία του Δία η αγαπημένη μου: είναι εκείνη που τη θέση του παίρνει ο Κένταυρος Χείρων (τη δε χολιγουντιανή βερσιόν όπου ένας trigger happy Ηρακλής αμολάει το βέλος του και σκοτώνει τον αετό ας την κρατήσουμε για ένα Σαββατόβραδο. Α, και για το βιβλίο Ιστορίας της Γ’ Δημοτικού). Ανίκανος να θεραπευτεί από μόνος του από την αγωνία του δηλητηρίου της Λερναίας Υδρας, λέει αυτή η εκδοχή, ο Χείρων, μικρομεσαίος ιδιοκτήτης κέντρου θεραπειών κι αυτός, δέχτηκε να γίνει ο θεός που θα κατεβεί στον Αδη στη θέση του Προμηθέα. Ας ελπίσουμε, φίλε, συνοδοιπόρε Χείρωνα, πως από εκεί που βρίσκεσαι τα βλέπεις όλα αυτά τα αθεράπευτα και γελάς, και πως πίνεις ένα ποτηράκι στην υγειά μας.
*Συγγραφέας
