Είναι εκείνη η στιγμή του χρόνου που αισθάνεσαι την ανάγκη να αφήσεις το σακίδιό σου κάτω. Έχει βαρύνει πολύ από αυτό το καλοκαίρι. Θέλεις να απαλλαγείς απ’ όλη τη σκόνη και τον ιδρώτα του θερινού –θερμότατου πια– ηλιοστασίου. Στο διαδίκτυο ακούγεται θόρυβος. Οι ειδήσεις εναλλάσσονται με καταιγιστικό ρυθμό. Κάθε μέρα υπάρχουν νικητές και χαμένοι. Όλοι θέλουν να μιλήσουν, λες και μια σκοτεινή δύναμη είχε φυλακίσει για αιώνες τη φωνή των ανθρώπων και τώρα όλοι μαζί φωνάζουν για να ακουστούν. Και όλοι μαζί μιλάμε για τη Δημοκρατία, αυτή τη «θεά» που την ψάχνεις, δεν τη βρίσκεις και καταλήγεις πως είναι πια ένα σύμβολο.
Μια παρηγοριά, που θες να ξέρεις ότι υπάρχει μακριά από σκοτεινούς διαδρόμους όπου κάποια αρχηγεία ακούν τις συνομιλίες σου και υποκλέπτουν τη ζωή σου. Και κάποιες φορές λυπάσαι που μέσα στη λαίλαπα της καθημερινότητας δεν υπερασπίστηκες τη Δημοκρατία όσο έπρεπε, λυπάσαι που δεν είχες το θάρρος να κυνηγήσεις το όνειρο. Ναι, είναι ανθρώπινο, πολύ ανθρώπινο να ασχολείσαι με τα γήινα, με τα πολύ δικά σου. Αυτά που βαραίνουν το σακίδιό σου. Ο Νίτσε έλεγε πως υπάρχουν 100 τρόποι να ακούσεις τη συνείδησή σου.
Όμως το ότι αισθάνεσαι πως κάτι είναι σωστό ίσως να οφείλεται ότι ποτέ δεν σκέφτηκες πολύ από μόνος σου και δέχτηκες τυφλά αυτό που σου παρουσίασαν ως σωστό. Τι μας παρουσίασαν ως σωστό από τότε που ξέρουμε τον εαυτό μας; Πως υπάρχει ένα κράτος που όλα τα πράττει για το καλό μας. Κι αν παρακολουθεί και τις συνομιλίες μας, ε, δεν μπορεί, κι αυτό για το καλό μας θα είναι. Και βαραίνει όλο και περισσότερο το σακίδιο με ανομολόγητες σκέψεις μιας άλλης θεώρησης των πραγμάτων. Οι παλιοί λέγανε πως το τέλος του καλοκαιριού, η αρχή του φθινοπώρου, είναι μια «επικίνδυνη» εποχή. Φέρνει ανεμοθύελλες, αναταράξεις και ατμοσφαιρικές αναστατώσεις. Μεταπτώσεις που διόλου δεν βοηθούν σήμερα στην ήδη απειλούμενη κατάστασή μας από τον ιό και μια επερχόμενη επισιτιστική κρίση λόγω πολέμου στην Ουκρανία. Ανοίγω το σακίδιό μου με την ελπίδα να βρω στιγμές-ηλιαχτίδες από κάποια παραλία του καλοκαιριού που πέρασε. Να ξορκίσω τα γκρίζα σύννεφα πάνω από τη χώρα μου. Θα έρθει άραγε η διαφάνεια; Θα μας φτάσει το «στάρι» που θερίσαμε από τον τόπο μας αυτό το καλοκαίρι; Και κυρίως θα μας φτάσει όσος ήλιος κρύβεται στο σακίδιο και στην ψυχή μας για να αντέξουμε στο σκοτάδι ακόμα ενός αβέβαιου χειμώνα; Μακάρι. Ποτέ, καμία ευχή δεν πήγε χαμένη. Και ας είναι λίγο το φως στην άκρη του τούνελ. Οφείλεται μόνο στους ακριβούς λογαριασμούς του ρεύματος.
