Κάτι είναι εντελώς σάπιο όχι στο βασίλειο της Δανιμαρκίας, αλλά στη Δημοκρατία της Ελλάδας, όπου η διαπλοκή του παρακράτους με την οικονομική, ποδοσφαιρική και μιντιακή ελίτ του τόπου απλώνεται φόρα παρτίδα μπροστά στα μάτια μας, στα κινητά των φιλάθλων, και σε όλα τα σόσιαλ τα οποία ψοφάνε να αναπαράγουν γλαφυρά μπινελίκια όπου κι αν διαμείβονται.
Ομως, τι ακριβώς σημαίνει «μπινελίκι»; Κατ’ αρχάς τη συμπεριφορά του μπινέ, δηλαδή του ομοφυλόφιλου (από το τουρκικό «ibne») και κάθε πράξη που τον χαρακτηρίζει, αλλά με την αρνητικότατη έννοια που έδιναν οι παλιότεροι στη λέξη. Μπινελίκι είναι επίσης η βρισιά και η έντονη επίπληξη. «Τον άρχισα στα μπινελίκια», λέμε όταν κατσαδιάζουμε άσχημα κάποιον.
Ομως «μπινελίκι» λέμε και τη λιχουδιά, κάτι το νόστιμο, έναν πικάντικο μεζέ, ένα ζαχαρωτό, ακόμα και τα ξηροκάρπια που συνοδεύουν το ποτό. Ηθικόν δίδαγμα: γενικώς καλό είναι να ελέγχουμε τα νεύρα μας και από το να αρχίσουμε κάποιον στα χυδαία μπινελίκια, καλύτερα είναι να προσπαθήσουμε να τα βρούμε, παίρνοντας μαζί του ένα ποτό, με τα μπινελίκια του, τα ξηροκάρπια του ή απλώς να τον κεράσουμε ένα ωραίο γλυκό, ένα μπινελίκι, για να τον γλυκάνουμε, είτε είναι μπινές, δηλαδή ομοφυλόφιλος, είτε όχι.
Αν το έκαναν αυτό οι δύο άνδρες που συγκρούστηκαν στον τελικό Ολυμπιακός – Ρεάλ, ίσως να είχαν αποφευχθεί οι γκροτέσκες εικόνες που είδαμε, με τα χαστούκια, τα τραβολογήματα και τα φτυσίματα, με τους φουσκωτούς που μπήκαν ανάμεσά τους και βέβαια με τα αδιανόητα μπινελίκια που μας άφησαν ενεούς.
Μια τέτοια εικόνα είναι απογοητευτική από όποιον κι αν προέρχεται, πόσο μάλλον από ανθρώπους που ανήκουν στην άρχουσα τάξη και ελίτ της χώρας. Γιατί η σήψη στην άρχουσα τάξη της χώρας είναι πλέον προϊούσα και ορατή. Και το χειρότερο είναι πως οι ισχυροί δεν έχουν την παραμικρή σκοτούρα να τηρήσουν τα οποιαδήποτε προσχήματα. Και διατί να το κρύψωμεν άλλωστε, λένε με τις πράξεις τους όπως θα ’λεγε και ο γκουρού της πολιτικής τέχνης, εφόσον έχουμε τη Δικαιοσύνη να γειώνει τις σκανδαλάρες μας, εφόσον έχουμε τον Τύπο να ψιμυθιώνει τις λαμογιές μας, εφόσον έχουμε τους ιδιωτικούς στρατούς των ημετέρων, που τρώνε από το χέρι μας, να ψηφίζουν αυτό που πρέπει. Και να μη μας μπινελικώνουν αηδιασμένοι.
Και στο κάτω κάτω βρε παιδί μου, αν θέλουμε να ακούσουμε μπινελίκια που δεν θα μας προκαλέσουν αποστροφή αλλά ηλεκτρικές εκκενώσεις στο νευρικό μας σύστημα, ταΐζοντας μπινελίκια την αίσθηση του χιούμορ μας, μπορούμε πάντα να ακούσουμε τραγούδια σαν τον «Καραΐσκάκη» από τον μεγάλο Βασίλη Παπακωνσταντίνου με στίχους του Νίκου Καλογερόπουλου που εμπεριέχει φράσεις-αναφορές γνωστές τοις πάσι, τίγκα στην αθυροστομία του Γεωργίου Καραΐσκάκη: Ακου ρε γιε της καλογριάς, ο φίλος σου είμαι ο Πανουργιάς και τούτος εδώ είν’ ο Γιωργής, Καραϊσκάκης σεβνταλής, Καραϊσκάκης μπεσαλής… είναι απλά η εισαγωγή.
Για έτερα μπινελίκια σταθερής αξίας μπορούμε πάντα να ανατρέξουμε στις δουλειές του Τζιμάκου και των νέων τράπερς, τρώγοντας τα γλυκά μας μπινελίκια μετά των φίλων συνδαιτυμόνων.
