Σταματούσαν τα πάντα στην Ελλάδα σαν έπαιζε ο «Αγνωστος Πόλεμος» (1971-1974). Διόλου μεταφορικά. Κυριολεκτικά. Αδειαζαν καφενεία, δρόμοι, αυλές, κουβέντες. Η χώρα, που δεν συμφωνούσε σχεδόν ποτέ σε τίποτα, συμφωνούσε για σαράντα πέντε λεπτά να σωπάσει μπροστά σε μια ασπρόμαυρη οθόνη. Και εκεί, μέσα από την τηλεόραση της ΥΕΝΕΔ, μέσα στη δικτατορία, μέσα σε μια Ελλάδα βαθιά τραυματισμένη και βαθιά εθισμένη στους μύθους της, εμφανιζόταν ο συνταγματάρχης Διαγόρας Βαρτάνης. Δηλαδή, ο Αγγελος Αντωνόπουλος.
Ο Αγγελος Αντωνόπουλος πέθανε στις 30.5.2026. Κηδεύτηκε στην Κάρυστο, σε στενό οικογενειακό κύκλο και ήθελε η είδηση του θανάτου του να γίνει γνωστή μετά από αυτό. Οπερ και εγένετο. Ο Αγγελος Αντωνόπουλος πέθανε στα 94 του χρόνια και μας γέμισε θλίψη. Οχι γιατί ήταν ο μεγαλύτερος ή ο πιο επαναστατικός ηθοποιός της γενιάς του, ούτε ο πιο προβεβλημένος. Αλλά γιατί πάνω του συναντήθηκαν με έναν παράξενο τρόπο ο πόλεμος (Κατοχή, Δεκεμβριανά, Εμφύλιος), η λαϊκή τηλεόραση, ο Κουν, ο Φώσκολος, ο Μαρξ, η αριστερή ηθική, η γοητεία, η αξιοπρέπεια και εκείνη η παλιά, σχεδόν εξαφανισμένη, ανδρική συστολή που δεν είχε ανάγκη να φωνάζει για να υπάρχει. Ούτε για να σε κερδίζει.
Ο Αντωνόπουλος δεν ήταν φυσικά μόνο ο Βαρτάνης. Είχε ξεκινήσει στα 28 του από το Θέατρο Τέχνης του Καρόλου Κουν, είχε παίξει Τσέχοφ, Σέξπιρ, Μπρεχτ, είχε συνεργαστεί με τεράστιες μορφές του ελληνικού θεάτρου: Παξινού, Μινωτής, Κατράκης, Μυράτ. Μπήκε στον κινηματογράφο σχετικά αργά, στα 32 του, και δεν πρόλαβε την πρώτη, χρυσή λάμψη του παλιού σινεμά. Ωστόσο έγινε αναγνωρίσιμος και αγαπητός. Γιατί ήταν ευγενής, δίχως πόζα, και αρχοντικός, δίχως αστική καταγωγή. Με μια λέξη: γνήσιος. Δεν υπάρχει άνθρωπος που να έχει δει τον ίδιο στο «Μαρξ στο Σόχο» και να μην έχει θέσει το Αντωνόπουλο πολύ ψηλά μέσα του (το βιβλίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Αιώρα», όπως και τα τρία βιβλία που έχει συγγράψει ο ίδιος ο Αντωνόπουλος: «Οι επιβάτες του Φεγγαριού», «Μη μιλάς πατέρα, έχεις πεθάνει» και η ποιητική συλλογή «Αφύλαχτη Διάβαση»).
Η ζωή του είχε από νωρίς ιστορικό υλικό. Ο πατέρας του πέθανε όταν εκείνος ήταν πολύ μικρός. Η μητέρα του, νέα, χήρα, φτωχή, μα με «πλεόνασμα ψυχής», όπως την περιέγραφε, τον μεγάλωσε στην Αρχαία Ολυμπία, κοντά στους δικούς της. Εκεί, μέσα στην Κατοχή και μετά στον Εμφύλιο, απέκτησε ό,τι συχνά οι βιογραφίες αναφέρουν ως «πολιτική συνείδηση». Ο ίδιος την απέκτησε γιατί τη βίωσε: «Είδα σπουδαίους ανθρώπους να συλλαμβάνονται, υπέροχους δασκάλους να εξαφανίζονται, φόβο που περνούσε από το προαύλιο του σχολείου» είχε πει. Γι’ αυτό και η αριστερή του ιδεολογία ήταν για τον ίδιο ένας ηθικός προσανατολισμός: σεβασμός στον άνθρωπο, δυσπιστία απέναντι στην εξουσία, πίστη ότι χωρίς ιδέες η τέχνη γίνεται επάγγελμα ωραιοπάθειας.
Εδώ βρίσκεται και μια ενδιαφέρουσα αντίφαση: Ο άνθρωπος που καθορίστηκε από την Αριστερά έγινε μαζικός θρύλος μέσα από μια σειρά της χουντικής τηλεόρασης. Μια σειρά πατριωτική, πολεμική, μυθοποιητική, φτιαγμένη για ένα κοινό που ήθελε ηρωισμούς, προδοσίες, καθαρούς άνδρες και τρανταχτές ατάκες. Ο ίδιος δεν το αρνήθηκε. Δεν παρίστανε εκ των υστέρων τον αντάρτη της τηλεόρασης. Ελεγε, απλά, ότι ήταν το έπος του ελληνοαλβανικού πολέμου. Πως ήταν ένας ηθοποιός μέσα στην εποχή του. Και η εποχή του, όπως οι περισσότερες «ελληνικές εποχές», δεν ήταν καθαρή.
Το έφερε όμως έτσι η μοίρα και τα χρόνια, που στα ύστερα χρόνια του ο Αντωνόπουλος έγινε για πάρα πολλούς το πρόσωπο του Μαρξ. Με τον «Μαρξ στο Σόχο» του Χάουαρντ Ζιν γύρισε την Ελλάδα, γέμισε αίθουσες, βρήκε νέους ανθρώπους που, όπως έλεγε, «έμπαιναν ήσυχοι και έβγαιναν ανήσυχοι» – δεν θα μπορούσε να είναι ακριβώς αυτός ο ορισμός του πολιτικού θεάτρου;
Ο ίδιος μιλούσε για την κρίση της πίστης στον άνθρωπο, για την εξουσία που χαλάει συμπεριφορές, για το θέατρο που τραυματίστηκε από τις κακές του σιωπές, για την ανάγκη αυτοκριτικής. Και είχε και χιούμορ. Για τον χρόνο έλεγε ότι πρέπει να έχεις χιούμορ μαζί του. Για τον έρωτα, ότι δεν υπήρξε μόνο κατακτητής αλλά και κατακτημένος. Για τη διδασκαλία, ότι ήταν η πιο σοβαρή δουλειά που έκανε. Ισως γιατί είχε καταλάβει πως τέχνη δεν είναι η φήμη της, αλλά η μεταβίβασή της.
Ο Αγγελος Αντωνόπουλος «έφυγε». Οχι μόνο ως ένας ωραίος άνδρας της μεγάλης ή της μικρής οθόνης ή ένας ερμηνευτής του θεάτρου. Αλλά ως ένας υπέροχος ηθοποιός που κουβάλησε τον 20ό αιώνα στο πρόσωπό του. Με όλες του τις αντιφάσεις.
Γιατί τoν επιλέξαμε
Γιατί «έφυγε» ένα από τα πιο σύνθετα πρόσωπα της ελληνικής μεταπολεμικής υποκριτικής.
