Ο νομοθέτης κατά βάση ρυθμίζει τα μέλλοντα να συμβούν και είναι εύκολο να κάνει λάθη. Ούτε παράλογο είναι το φαινόμενο, ούτε σκανδαλώδες, πολύ περισσότερο όταν κάποτε ψηφίζονται εκατοντάδες κρίσιμες ρυθμίσεις και χιλιάδες διατάξεις με ένα και μόνο κλικ (η περίπτωση των κωδίκων). Γι’ αυτό οι αρχαίοι ημών είχαν συλλάβει την «επιείκεια» ως διορθωτική ρήτρα του νόμου. Η προηγούμενη Βουλή είχε καταλάβει τη σημασία αυτής της έννοιας και υπερψήφισε την εισαγωγή της στο Σύνταγμα κατά την αναθεώρησή του, όμως η παρούσα σκέφτηκε περισσότερο κομματικά και λιγότερο φιλοσοφικά και δεν επανέλαβε την υπερψήφιση, όπως θα έπρεπε.
Μακρότατη εισαγωγή τα παραπάνω σε μια επίκαιρη νομοπαρασκευαστική θέση: Επίκειται η εισαγωγή στη Βουλή νομοσχεδίου που θα ρυθμίζει θέματα Οικογενειακού Δικαίου. Αλλά με την οικογένεια η προσοχή για λάθη πρέπει να είναι πολλαπλή. Οι πειραματισμοί με τη γονική μέριμνα πρέπει να αποκλείονται, ως παίγνια εν ου παικτοίς.
Το συγκεκριμένο νομοσχέδιο μεταξύ άλλων (είναι καταρχήν σωστή και ήδη δεδομένη η αρχή της συνεπιμέλειας) καινοτομεί κατά το εξής: Αν οι γονείς π.χ. έχουν χωρίσει και διαφωνούν με ποιον θα μένει το παιδί τους, τότε ο χρόνος θα κατανέμεται -όπως όλα- εξίσου. Μέχρι σήμερα τι ισχύει; Τη διαμονή του παιδιού και το δικαίωμα επικοινωνίας ρυθμίζει το δικαστήριο. Στην πράξη στις πλείστες περιπτώσεις αυτό αποφαίνεται υπέρ της διαμονής με τη μητέρα. Ετσι ο νομοθέτης τώρα επεμβαίνει και με σολομώντειο (ή προκρούστειο;) τρόπο θεσπίζει την ισοκατανομή. Φοβούμαι όμως ότι τα πρακτικά και τα ψυχολογικά θέματα που θα προκύψουν είναι σημαντικά και ότι, ακόμη κι αν στο μέλλον η ρύθμιση αλλάξει, θα αφήσει πίσω της τραύματα.
Πρώτα τα πρακτικά: Συχνά οι γονείς που χωρίζουν μένουν μακριά ο ένας από τον άλλον. Ακόμη και στην ίδια πόλη οι αποστάσεις κάποτε είναι μεγάλες και χρονοβόρες. Ομως επειδή το σχολείο του παιδιού είναι ένα και προφανώς ακίνητο, οι γονείς θα πρέπει καθημερινά να μετακινούν το παιδί τους δύο φορές (μετάβαση – επιστροφή) ίσως ανά δεκαπενθήμερο για να εκπληρωθεί το «εξίσου». Αν μάλιστα οι γονείς αυτοί δεν έχουν -ο καθένας τους – ιδιωτικό αυτοκίνητο, τότε οι χρόνοι της διαδρομής θα είναι τελείως απαγορευτικοί.
Οι ψυχολογικές επιπτώσεις επίσης θα είναι προς έρευνα. Η ισοκατανομή του χρόνου ζωής θα συνεπάγεται και ισοκατανομή συμβουλών, επιρροών, αξιών. Αν αυτές ωστόσο δεν είναι ίδιες; Είναι άλλο το παιδί να ζει με κάποιους κανόνες και κάποτε να αντιμετωπίζει εξαιρέσεις ή να φτάνει μεγαλώνοντας να αυτοπροσδιορίζεται, κι άλλο εξ αρχής να ζει με διαρκή αντιφατικά μηνύματα.
Θεωρητικά, όλοι συμφωνούν ότι προέχει το συμφέρον του παιδιού. Η εκ του νόμου υποχρεωτική όμως κατανομή του χρόνου διαβίωσής του εδώ κι εκεί εξυπηρετεί τον συμψηφισμό των συμφερόντων των γονιών κι όχι τα δικά του. Ας το ξανασκεφτεί το σχέδιό της η κυβέρνηση.
* ομ. καθηγητής ΑΠΘ
