Το άνοιγμα των δημοτικών σχολείων και των νηπιαγωγείων αποφασίστηκε από την κυβέρνηση με την ομόφωνα θετική γνωμοδότηση της Επιστημονικής Επιτροπής. Δηλαδή των ίδιων έγκριτων επιστημόνων που εισηγήθηκαν τα αυστηρά περιοριστικά μέτρα κατά του κορονοϊού χάρη στα οποία γλιτώσαμε από μια ασύλληπτων διαστάσεων τραγωδία.
Το σκεπτικό τους είναι απλό: τώρα είναι η καλύτερη δυνατή συγκυρία τόσο επιδημιολογικά όσο και κλιματολογικά για να επιστρέψουν οι μαθητές στα σχολεία. Με το σωτήριο εμβόλιο να απέχει ακόμη, είναι αναγκαίο τα παιδιά να μάθουν να ζουν με τον ιό σε συνθήκες πραγματικής ζωής και όχι εγκλεισμού. Αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία ενόψει του δεύτερου κύκλου της πανδημίας το προσεχές φθινόπωρο.
Αν δεν ανοίξουν τώρα τα σχολεία και δεν εξοικειωθούν με τους νέους κανόνες οι μαθητές, οι εκπαιδευτικοί και οι γονείς, τότε το άνοιγμά τους τον Σεπτέμβριο θα γίνει μια ακόμη δυσκολότερη άσκηση για όλους. Η πολύμηνη δε απουσία των παιδιών από τις σχολικές αίθουσες δημιουργεί σειρά πολύ σημαντικών δευτερογενών προβλημάτων που επηρεάζουν τόσο την ανάπτυξή τους όσο και την κοινωνική και οικονομική ζωή όλης της οικογένειας.
Το δίλημμα «ναι ή όχι στο άνοιγμα των σχολείων» για τις μικρότερες ηλικίες –είναι αλήθεια– ταλάνισε αρχικά πολλές χώρες. Προϊόντος του χρόνου, όμως, και όσο αυξάνονται οι γνώσεις γύρω από τη συμπεριφορά του νέου ιού, οι περισσότεροι επιστήμονες έχουν καταλήξει στην άποψη –που συμμερίζεται και ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας– ότι τα παιδιά μολύνονται ελάχιστα από τον κορονοϊό. Αλλά και αν μολυνθούν, σπανιότατα νοσούν σοβαρά, ενώ εσχάτως εγκαταλείφθηκε η αρχική εκτίμηση ότι τον μεταδίδουν πολύ εύκολα, περισσότερο απ’ ό,τι οι ενήλικοι γύρω τους.
Πλέον, η πλειονότητα των επιστημόνων τάσσεται υπέρ της επιστροφής και των μικρότερων ηλικιών στα σχολικά θρανία, κοντά στους συμμαθητές και τους φίλους τους, όπου τα επιδημιολογικά δεδομένα το επιτρέπουν – όπως στην περίπτωση της Ελλάδας με τη θεαματική υποχώρηση του αριθμού των κρουσμάτων. Εξυπακούεται ότι η επιστροφή στην τάξη θα γίνει με συνετό τρόπο, με τις δέουσες προσαρμογές στις αίθουσες διδασκαλίας και της ζωής στο σχολείο για την προστασία παιδιών και εκπαιδευτικών.
Ωστόσο, ο επιδημιολογικός παράγοντας δεν είναι ο μόνος που έλαβε υπόψη η κυβέρνηση για να πει «ναι» και στο άνοιγμα δημοτικών και νηπιαγωγείων. Αν ο παρατεταμένος εγκλεισμός στο σπίτι εξαιτίας της πανδημίας ήταν σκληρή δοκιμασία για τους ενηλίκους, για τα παιδιά –ιδίως των τρυφερών χρόνων– ήταν ακόμη δυσκολότερη. Εχει αντίκτυπο στην ψυχική υγεία τους, τα απορρυθμίζει, δημιουργεί αίσθημα απομόνωσης και άγχους – που ειδικά τα μικρά παιδιά δεν μπορούν να εξωτερικεύσουν.
Στο σχολείο τα παιδιά δεν μαθαίνουν μόνο γράμματα. Η εκπαίδευση είναι και μια κοινωνική διαδικασία που τα βοηθάει να γνωρίσουν καλύτερα τον εαυτό τους, να χτίσουν την προσωπικότητά τους, να καλλιεργήσουν τις πνευματικές και σωματικές δεξιότητές τους, να αποκτήσουν αυτοπεποίθηση, να διδαχθούν πώς να επικοινωνούν με τους άλλους με τον πλέον δημιουργικό τρόπο. Η απομόνωση στο σπίτι στερεί από τα παιδιά όλα τα παραπάνω, αφήνει κενά και τραύματα που μόνο στο μέλλον θα ανακαλύψουμε πόσο βαθιά είναι.
Μια άλλη παράμετρος που ελήφθη σοβαρά υπόψη είναι το γεγονός ότι το lockdown, όπως επισημαίνουν ειδικοί επικαλούμενοι έρευνες, επιδείνωσε προβλήματα ενδοοικογενειακής βίας και κακοποίησης, κατάχρησης ουσιών ή προβλήματα ψυχικής υγείας των γονέων. Για το άνοιγμα και των σχολείων ειδικής αγωγής σταθμίστηκε πόσο βλαπτικό είναι για τα παιδιά που φιλοξενούν και την πρόοδό τους το μακροχρόνιο κλείσιμο των συγκεκριμένων δομών γιατί εκεί έχουν σημαντική βοήθεια να προσαρμοστούν στα κοινωνικά δεδομένα.
Το ζήτημα, όμως, των ανοιχτών δημόσιων σχολείων με κάθε διαθέσιμο μέσο και για όλους ανεξαιρέτως τους μαθητές είναι, μεταξύ πολλών άλλων, και βαθιά ταξικό. Είναι κρίμα που η αξιωματική αντιπολίτευση ταυτίζεται άλλη μια φορά με την πλέον αντιδραστική συνδικαλιστική μειοψηφία και όχι με τα συμφέροντα των πολλών και ευάλωτων. Πολλοί γονείς αναγκάζονται να εργαστούν λιγότερο ή αδυνατούν να επιστρέψουν στη δουλειά τους, γιατί δεν έχουν την οικονομική ευχέρεια να αναθέσουν σε άλλον τη φροντίδα των παιδιών. Το αποτέλεσμα είναι να καθίστανται ακόμη πιο αδύναμοι εισοδηματικά, μη μπορώντας να προσφέρουν στα παιδιά τους ούτε ιδιαίτερα μαθήματα για να καλύψουν το χαμένο έδαφος ούτε τεχνολογική υποδομή για εξ αποστάσεως εκπαίδευση.
Γι’ αυτό είναι ακατανόητη η κριτική και μάλιστα από όσους κόπτονται για τις οικονομικές επιπτώσεις και το ταξικό πρόσημο της πανδημίας, να καλλιεργούν ταυτόχρονα τον φόβο από την επιχειρούμενη συντονισμένη επανεκκίνηση της σχολικής ζωής παράλληλα με την οικονομία, παρά τα ευνοϊκά επιδημιολογικά δεδομένα και τις εισηγήσεις των ειδικών.
Οσοι φωνάζουν «ούτε τηλεκπαίδευση ούτε ανοιχτά σχολεία» τελούν σε ιδεολογική και γνωστική σύγχυση. Οχι μόνο δεν προστατεύουν τα παιδιά, αλλά τα εργαλειοποιούν για μικροπολιτικούς και συντεχνιακούς λόγους. Χτίζουν ένα τείχος στείρας αντίδρασης, αποκλείοντας συνειδητά τα παιδιά από την αληθινή ζωή και, ακόμη χειρότερα, από τις ευκαιρίες κοινωνικής ανόδου που μόνο η εκπαίδευση μπορεί να προσφέρει.
* υφυπουργός στον πρωθυπουργό
