Το προεκλογικό σκηνικό στις ΗΠΑ μοιάζει να έχει ξεκαθαρίσει μετά την αποχώρηση του Σάντερς από την κούρσα των προκριματικών του Δημοκρατικού Κόμματος.
Ο Μπάιντεν θα επικεντρώσει τη ρητορική του στον καταλογισμό ευθυνών στον Τραμπ για την αρχική υποτίμηση της πανδημίας, που οδήγησε τη χώρα στην πληρωμή βαρύτατου φόρου σε απώλειες ανθρώπινων ζωών.
Από τη μεριά του ο ένοικος του Λευκού Οίκου θα προσπαθήσει να επικεντρώσει στον προσωπικό πρωταγωνιστικό του ρόλο σε μια επανεκκίνηση της οικονομικής δραστηριότητας.
Πουθενά στον ορίζοντα δεν φαίνεται να χωρά στη μονομαχία Τραμπ – Μπάιντεν μια συνολική κριτική προσέγγιση της πορείας της χώρας τις τελευταίες τέσσερις δεκαετίες, δηλαδή από την εκλογή του Ρίγκαν τον Νοέμβριο του 1980 που σηματοδότησε μια ξέφρενη πορεία προς την ανεξέλεγκτη παγκοσμιοποίηση.
Αλλωστε σε βραχυπρόθεσμο έως και μεσοπρόθεσμο ορίζοντα υπάρχει σήμερα στις ΗΠΑ τακτική ευελιξία για παρεμβάσεις της ομοσπονδιακής κυβέρνησης προς την κατεύθυνση αναθέρμανσης της Οικονομίας μέσω τόνωσης της ζήτησης.
Ακόμη και η απερχόμενη κυβέρνηση του Μπους υιού, όταν ξέσπασε η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση το φθινόπωρο του 2008, δεν είχε κανένα πρόβλημα να χρησιμοποιήσει το εργαλείο της ποσοτικής χαλάρωσης.
Η αποσπασματική ή ευκαιριακή υιοθέτηση των συνταγών του Κέινς δεν αρκεί όσο δεν υπάρχει ένας νέος Ρούζβελτ αποφασισμένος να αντιμετωπίσει την πρόκληση της διεύρυνσης των κοινωνικών ανισοτήτων στις ΗΠΑ, που το αποτέλεσμά τους είναι δεκάδες εκατομμύρια πολίτες να ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας και ανασφάλιστοι.
Για τη συνεχή επί δεκαετίες δυναμική αποσάθρωσης της κοινωνικής συνοχής που έχει δημιουργήσει τριτοκοσμικό σκηνικό κοινωνικού αποκλεισμού, που το φώτισε δραματικά και ανάγλυφα το σοκ της πανδημίας, δεν δίνουν απαντήσεις ούτε ο επικοινωνιακός λαϊκισμός του Τραμπ ούτε η πολιτικά ορθή κανονικότητα του Μπάιντεν.
Η προσέγγιση του Κέινς ως προς τη διαμόρφωση των κοινωνικοοικονομικών ισορροπιών υιοθετήθηκε από τον Ρούζβελτ και στη συνέχεια η σκυτάλη πέρασε στους Τρούμαν, Κένεντι και Τζόνσον.
Ούτε με την καρναβαλικού τύπου επικοινωνιακή υπερδραστηριοποίηση του Τραμπ ούτε με τις άτολμες διορθωτικές κινήσεις που προτείνει ο Μπάιντεν μπορεί να απαντηθεί η πρόκληση μιας συνολικής επανεκκίνησης των ΗΠΑ.
