Γεώργιος Νικ. Σχορετσανίτης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Πρόσφατα, ήρθαν στο φως της δημοσιότητας από το Πανεπιστήμιο του Άκρον στο Οχάιο, κάποιες χαμένες εγγραφές τραγουδιών, που έγιναν αμέσως μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, εκτελεσμένα από επιζώντες του Ολοκαυτώματος. Αυτές οι ηχογραφήσεις ήταν μέρος ενός σχεδίου του David Boder, ενός Λετονού εβραίου ψυχολόγου που είχε εγκατασταθεί στις Ηνωμένες Πολιτείες στη δεκαετία του 1920 και γρήγορα απέκτησε καλό όνομα τόσο στον ακαδημαϊκό χώρο, όσο και ως κλινικός ιατρός.

Ο David Boder, πήρε την αμερικανική υπηκοότητα το 1932, αλλά ταξίδευε σε τακτά χρονικά διαστήματα στην Ευρώπη και διατηρούσε επαφές με τους συγγενείς του, μέχρις ότου ο πόλεμος διατάραξε τις μετακινήσεις και την επικοινωνία μαζί τους. Τον Μάιο του 1945, λίγες μόλις μέρες αφότου οι Σύμμαχοι έκαναν δεκτή την άνευ όρων παράδοση της ναζιστικής Γερμανίας, ο Boder σκέφτηκε να πάρει συνέντευξη από τους επιζήσαντες εκτοπισθέντες του Ολοκαυτώματος, θύματα της φρίκης του Πολέμου.

Ως ψυχολόγος, είχε ως κύριο στόχο να προχωρήσει σε καταγραφή των εμπειριών των θυμάτων, τη χρονική στιγμή που όλα ήταν ακόμα πρόσφατα και συναισθηματικά φορτισμένα. Ήθελε να δώσει στους Αμερικανούς και να κάνει πλήρως κατανοητό τι είχε συμβεί σε κείνους τους ανθρώπους, πώς κατάφεραν να επιβιώσουν στα γκέτο, στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, στους μισητούς χώρους της απάνθρωπης και εξοντωτικής εργασίας και πως κρύβονταν τρέχοντας σε δάση ή αχυρώνες ή οπουδήποτε ήταν μπορετό ώστε να βρουν ασφαλές καταφύγιο.

Με τον τρόπο αυτό, ήλπιζε πως οι ιστορίες των επιζώντων θα δημιουργήσουν δημόσια στήριξη για μετανάστευση στις ΗΠΑ των εκτοπισμένων και των προσφύγων του δραματικού πολέμου. Λόγω ειδικότητας, είχε ένα ευρύτερο ενδιαφέρον για το πώς οι άνθρωποι αντιμετωπίζουν ένα μεγάλο τραύμα, κυρίως ψυχολογικό, ένα θέμα που θα συνεχίσει να διερευνά αργότερα σε όλη την επαγγελματική του ζωή. 

Τα όνειρά του πήραν λίγο χρόνο για να καρποφορήσουν. Έπρεπε να ανεύρει τα απαραίτητα κονδύλια για το ταξίδι, να εξασφαλίσει τις απαραίτητες άδειες για να ταξιδέψει μέσω της κατεχόμενης, πριν από λίγο, Δυτικής Ευρώπης, οπότε καθυστέρησαν αναγκαστικά τα σχέδιά του για περισσότερο από ένα χρόνο.

Τέλος, τον Ιούλιο του 1946, έφτασε στο Παρίσι και έβαλε σε ενέργεια το μεγαλεπήβολο σχέδιό του. Χρησιμοποιώντας την τεχνολογία της εποχής, ο Border πέρασε το καλοκαίρι σε δεκαέξι διαφορετικές τοποθεσίες στη Γαλλία, την Ελβετία, την Ιταλία και τη Γερμανία, παίρνοντας συνεντεύξεις από 130 εκτοπισμένα άτομα, κυρίως Εβραίους, αλλά επίσης και από 21 μη Εβραίους, σε εννέα γλώσσες.

Οι ηχογραφήσεις, περιελάμβαναν θρησκευτικούς ύμνους, τραγούδια και συνεντεύξεις. Ειδικά οι συνεντεύξεις του, είναι οι πρώτες σωζόμενες ηχογραφήσεις ιστοριών του Ολοκαυτώματος. Ο David Boder, πέθανε το 1961 και τα αρχεία του διασκορπίστηκαν ανάμεσα σε πολλά διαφορετικά ινστιτούτα. Το 1967, 48 μπομπίνες με εγγραφές του Boder εισήλθαν στη συλλογή του Κέντρου για την Ιστορία της Ψυχολογίας, στο Πανεπιστήμιο Άκρον στο Οχάιο.

Οι περισσότερες από τις άλλες εγγραφές που αναφέρονται στα γραπτά του Boder, βρέθηκαν στο UCLA, στη Βιβλιοθήκη του Κογκρέσου και στο Ινστιτούτο Τεχνολογίας του Ιλινόις, στα τέλη της δεκαετίας του 1990. Υπήρχε και μια μπομπίνα την οποία ανέφερε και απαριθμούσε ο Boder, αλλά όμως έλειπε.

Ήταν τραγούδια τραγουδισμένα στα Γίντις (Yiddish), μια γερμανοεβραϊκή διάλεκτο και στα γερμανικά από επιζώντες του Ολοκαυτώματος, τα οποία ηχογραφήθηκαν σ’ ένα στρατόπεδο προσφύγων στην Henonville της Γαλλίας. Παρά τις μακροχρόνιες προσπάθειες των ερευνητών στο Πανεπιστήμιο του Άκρον δεν τα κατάφεραν να κάνουν το υλικό να παίξει.

Η ερευνητική ομάδα, όμως, μπόρεσε κάποια στιγμή να μετατρέψει τα πηνία σε ψηφιακή μορφή. Το έργο ψηφιοποίησης βρισκόταν σε εξέλιξη, όταν βρήκαν ένα πηνίο σε ένα κουτί που είχε απογραφεί ως ‘τραγούδια Heroville’, αντί στην πραγματικότητα του σωστού ‘Τραγούδια Henonville’.

Ο ειδικός των πολυμέσων Jon Endres, ψηφιοποίησε τις ηχογραφήσεις των τραγουδιών και ήταν ο πρώτος που άκουσε τις στοιχειωμένες φωνές. Η ομάδα μοιράστηκε το ψηφιοποιημένο περιεχόμενο με το Μουσείο του Ολοκαυτώματος των ΗΠΑ στην Ουάσιγκτον, όπου οι εμπειρογνώμονες μετέφρασαν τα τραγούδια, πέντε στα Γίντις, και ένα στα γερμανικά.

Ο τραγουδιστής ήταν η Γκούτα Φρανκ, και ο μουσικολόγος του Μουσείου του Ολοκαυτώματος των ΗΠΑ, κατά σύμπτωση, γνώριζε την ιστορία της. Η Φρανκ ήταν μια Πολωνή εβραία που διέφευγε από το ένα γκέτο στο άλλο, με την οικογένειά της, σχεδόν για τέσσερα ολόκληρα χρόνια. Οι γονείς και τα αδέλφια της σκοτώθηκαν κατά τη διάρκεια των αποδράσεων, κι’ αυτή και η αδελφή της, στο τέλος, κατέληξαν σε ένα στρατόπεδο καταναγκαστικής εργασίας πυρομαχικών έξω από τη Czestochowa της Πολωνίας.

Η αδελφή της, όμως, άφησε πίσω της κάποια απομνημονεύματα. Το ένα τραγούδι, που ονομάζεται, ‘Η μικρή μας πόλη καίγεται’ είναι ένα πολύ γνωστό τραγούδι που εκτελείται συχνά σε εκδηλώσεις μνήμης για το Ολοκαύτωμα. Γραμμένο λίγο πριν ξεσπάσει ο πόλεμος, το τραγούδι αναφέρεται στην αδιαφορία των παρευρισκομένων σε μια πυρκαγιά της πόλης και να μην κάνουν απολύτως τίποτα για να συνδράμουν στο έργο κατάσβεσης.  

Αλλά η εκδοχή της Φρανκ ήταν διαφορετική από την τυπική απόδοση αυτού του τραγουδιού. Η Γκούτα Φρανκ, τραγουδούσε, ‘Οι Εβραίοι καίγονται’. Στη ηχογράφηση, η Φρανκ λέει στον Boder ότι η κόρη του συνθέτη τραγουδούσε το τραγούδι στα υπόγεια του γκέτο της Κρακοβίας για να εμπνεύσει τους ανθρώπους να επαναστατήσουν εναντίον των Γερμανών.

Ένα δεύτερο τραγούδι, που τραγουδιέται από την Φρανκ, ήταν το επίσημο τραγούδι του στρατοπέδου εργασίας όπου αυτή κρατείτο. Οι διοικητές των στρατοπέδου, σημειωτέον, ενθάρρυναν τους τροφίμους να τραγουδούν δυνατά στο δρόμο καθώς πήγαιναν για να εργαστούν.

Οι στίχοι ήταν γνωστοί για πολύ καιρό, αλλά όχι και η μελωδία. Τα άλλα τρία, ήταν αποσπάσματα τραγουδιών, ενώ το τελευταίο είναι ‘Το στρατόπεδό μας βρίσκεται στην άκρη του δάσους’, το οποίο οι κρατούμενοι αναγκάζονταν να τραγουδήσουν για τη διασκέδαση των διοικητών τους.

Παρακάτω δίνονται οι στίχοι του τραγουδιού ‘Η μικρή μας πόλη καίγεται’ (Undzer shtetl brent!) που ανήκουν στον Mordecai Gebirtig. Ο Gebirtig, γεννημένος το 1877 στην Κρακοβία της Πολωνίας, ήταν λαϊκός ποιητής και τραγουδοποιός Εβραϊκής καταγωγής.

Έγραψε το τραγούδι ‘Undzer shtetl brent!’ το 1936, μετά από έναν διωγμό κατά των Εβραίων, τα γνωστά πογκρόμ, στην Πολωνική πόλη Przytyk. Κατά τη διάρκεια του πολέμου, το τραγούδι ήταν αρκετά δημοφιλές στο γκέτο της Κρακοβίας και ενέπνευσε πολλούς νέους να

λάβουν μέρος στην ένοπλη αντίσταση κατά των Ναζί. Το τραγούδι διαδόθηκε σε πολλά γκέτο και στρατόπεδα συγκέντρωσης και μεταφράστηκε στα Πολωνικά και σε πολλές άλλες γλώσσες. Ο Gebirtig σκοτώθηκε τον Ιούνιο του 1942, στη διάρκεια μιας επιχείρησης συγκέντρωσης των Εβραίων πριν από την απέλασή τους στο γκέτο της Κρακοβίας.

Σήμερα, το ‘Undzer shtetl brent!’ παραμένει ένα από τα πιο δημοφιλή τραγούδια ανάμνησης του πολέμου:

Καίγεται, αδέρφια! Καίγεται!

Αχ, το φτωχό χωριό μας, αδέρφια, καίγεται!

Δαιμονισμένοι αέρηδες, γεμάτοι θυμό,

Λυσσομανούν και αφανίζουν, σπάνε και θρυμματίζουν.

Πιο δυνατές τώρα, οι φλόγες θεριεύουν

Όλα γύρω μας τώρα καίγονται!

Κι εσύ κάθεσαι εκεί και κοιτάς

Τα χέρια σου ανήμπορα και διπλωμένα,

Κι εσύ κάθεσαι εκεί και κοιτάς

Ενώ το χωριό μας καίγεται!

Καίγεται, αδέρφια! Καίγεται!

Αχ, το φτωχό χωριό μας, αδέρφια, καίγεται!

Σύντομα, οι λυσσασμένες γλώσσες της φωτιάς

Θα καταπιούν κυριολεκτικά τα σπίτια μας,

Καθώς ο μανιασμένος άνεμος φυσά και ουρλιάζει

Η πόλη μας τυλίχτηκε στις φλόγες!

Κι εσύ κάθεσαι εκεί και κοιτάς

Καίγεται, αδέρφια! Η πόλη μας καίγεται!

Ω Θεέ μου, κάνε να μην έρθει η ώρα,

Όπου η πόλη μας, μαζί μ’ εμάς τους ίδιους,

Θα τυλιχτεί στις φλόγες και τις στάχτες,

Αφήνοντας όταν η σφαγή τελειώσει

Καρβουνιασμένους και άδειους τοίχους!

Κι εσύ κάθεσαι εκεί και κοιτάς