Κάτι κινείται ξανά στα Βαλκάνια – και αυτή τη φορά η Αθήνα δείχνει αποφασισμένη να μη μείνει θεατής. Επειτα από χρόνια στασιμότητας και χαμένων ευκαιριών, επιχειρεί να επαναφέρει τη διεύρυνση της Ε.Ε. προς τα Δυτικά Βαλκάνια σε τροχιά, σε έναν χώρο που κάποτε αποτελούσε προνομιακό πεδίο άσκησης ελληνικής διπλωματίας, αλλά στην πορεία αφέθηκε να ξεθωριάσει. Η συγκυρία δεν είναι τυχαία. Η επικείμενη ελληνική προεδρία της Ε.Ε. λειτουργεί ως καταλύτης και στο υπουργείο Εξωτερικών φαίνεται να υπάρχει πραγματική πρόθεση να ξαναμπεί η περιοχή στο επίκεντρο. Πρωτοβουλίες, επαφές, διακηρύξεις – όλα δείχνουν μια προσπάθεια επανεκκίνησης. Και ίσως, για πρώτη φορά ύστερα από καιρό, υπάρχει και μια στοιχειώδης αίσθηση σχεδίου.
Ομως τα Βαλκάνια δεν αλλάζουν εύκολα. Ο διαχρονικός παράγοντας που μπλοκάρει κάθε απόπειρα προόδου παραμένει εδώ: ο εθνικισμός, σε όλες του τις εκδοχές. Από διμερείς διαφορές μέχρι ιστορικά τραύματα και πολιτικές σκοπιμότητες, οι ισορροπίες παραμένουν εύθραυστες. Και όσο οι τοπικές ηγεσίες επενδύουν στο εσωτερικό ακροατήριο τόσο η ευρωπαϊκή προοπτική κινδυνεύει να μετατρέπεται σε εργαλείο ρητορικής αντί για πραγματικό στόχο. Η Αθήνα μπορεί να θέλει να ηγηθεί ξανά. Το ερώτημα είναι αν τα Βαλκάνια είναι έτοιμα να ακολουθήσουν ή αν, για ακόμη μία φορά, θα επιβεβαιώσουν ότι εδώ τίποτα δεν είναι ποτέ απλό. Σε ένα περιβάλλον γεμάτο αντιφάσεις, ισορροπίες και ανοιχτούς λογαριασμούς που επιμένουν διαχρονικά.
