Ο θάνατος της Μάρως Κοντού κλείνει μεν ένα κεφάλαιο του ελληνικού κινηματογράφου, αλλά όχι μόνο. Κλείνει και μια εποχή κατά την οποία η τέχνη είχε ακόμη τη δύναμη να παράγει κοινές αναφορές για μια ολόκληρη κοινωνία. Και να ανοίγει δρόμους. Η ίδια έζησε τη μεταπολεμική Ελλάδα, τη δικτατορία, τη Μεταπολίτευση, την οικονομική κρίση και τη σημερινή κατακερματισμένη δημόσια σφαίρα, βλέποντας τη χώρα να αλλάζει πρόσωπα χωρίς να λύνει τις βαθύτερες αντιφάσεις της.
Η Μάρω Κοντού είχε πει ότι «ο πολιτισμός είναι ο καθρέφτης μιας κοινωνίας». Μία φράση που δεν μας εκπλήσσει, ωστόσο ελάχιστοι τολμούν να την πουν, ειδικά σήμερα. Αν, λοιπόν, αυτό που τόλμησε να πει η Μάρω Κοντού ισχύει, τότε ο καθρέφτης μας σήμερα δείχνει μια Πολιτεία που θυμάται τους ανθρώπους του πολιτισμού κυρίως όταν τους αποχαιρετά. Επί δεκαετίες, ο πολιτισμός, ειδικά ο σύγχρονος, αντιμετωπίστηκε από όλες σχεδόν τις κυβερνήσεις ως επικοινωνιακό συμπλήρωμα και όχι ως στρατηγική επένδυση στη δημοκρατία, στην παιδεία και στη συλλογική αυτογνωσία.
Η μεγαλύτερη τιμή στη Μάρω Κοντού δεν είναι οι επικήδειοι ούτε οι αφιερωματικές προβολές. Είναι να πάψει ο πολιτισμός να αντιμετωπίζεται ως πολυτέλεια που περισσεύει μετά τους προϋπολογισμούς και να αναγνωριστεί ως βασικός πυλώνας μιας χώρας που θέλει να παράγει πολίτες και όχι απλώς καταναλωτές. Γιατί μια κοινωνία που αφήνει να φτωχαίνει ο πολιτισμός της, φτωχαίνει και δημοκρατικά. Και πολύ γρήγορα μάλιστα.
