Η επίθεση της τουρκικής κυβέρνησης εναντίον του Τύπου είναι ένα φαινόμενο που δεν πρέπει να περάσει απαρατήρητο, σε μια χώρα που υποτίθεται ότι προετοιμάζεται να ενταχθεί στους κόλπους της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Η εισβολή κατασταλτικών δυνάμεων σε εφημερίδες και τηλεοπτικούς σταθμούς και οι συλλήψεις δημοσιογράφων αντανακλούν τον ολοκληρωτισμό ενός συστήματος που βασίζεται στη δύναμη του προέδρου και στην τρομοκρατία. Εάν μια κυβέρνηση φοβάται ότι η καταγραφή της αλήθειας και της πραγματικότητας δεν τη συμφέρει, αυτό σημαίνει ότι δεν είναι δημοκρατική και ότι μετέρχεται μεθόδους που δεν συνάδουν με την ελάχιστη έστω δημοκρατία του δυτικού πολιτισμού.
Η μεγαλομανία του Τούρκου προέδρου με το «Λευκό Παλάτι» και την αυταρχική διακυβέρνηση που έχει επιβάλει απομακρύνει τη χώρα του από την ένταξή της σε μια ευρωπαϊκή συμμαχία που πιθανώς θα άλλαζε το κλίμα στην ευρύτερη ισλαμική περιοχή γύρω απ’ αυτήν και θα έδινε νέα ώθηση στις σχέσεις της με τις γειτονικές χώρες στον κρίσιμο χώρο της Μεσογείου. Τέτοια συμπεριφορά αποδεικνύει ότι η Τουρκία, με αυτήν την ηγεσία, θα αργήσει πολύ να συγκαταλεχθεί στις χώρες που συνδιαλέγονται για τα δικαιώματα της κοινωνίας, τα οποία με τη σειρά τους θα αποτελέσουν το μέτρο για το εάν μπορεί αυτή να αυτοαποκαλείται δημοκρατία.
Οι αντιδράσεις αυτές εκ μέρους της τουρκικής κυβέρνησης βυθίζουν τη χώρα στην απομόνωση. Χωρίς την ελευθερία του Τύπου μια χώρα είναι όχι μόνο ελλιπής αλλά και ανίκανη να έλθει σε επαφή με γείτονες που έχουν διαφορετική θρησκεία, κουλτούρα και πολιτισμό.
Ο ρόλος του Τύπου είναι να ενώνει τις διαφορετικότητες και να αποκαλύπτει τα τρωτά σημεία των κυβερνήσεων, αυτά που αγνοούν -λόγω συμφερόντων ή ολοκληρωτικής νοοτροπίας- τους διαφορετικούς πολιτισμούς, που μόνο αυτοί συνθέτουν την ιστορία προς τα εμπρός όλων των λαών της υφηλίου. Οταν συλλαμβάνονται δημοσιογράφοι, υποχωρεί η δημοκρατία.
