Αντιμέτωπη με τη μεγαλύτερη κρίση των τελευταίων δεκαετιών βρίσκεται η παγκόσμια αγορά ενέργειας μετά την επίθεση ΗΠΑ- Ισραήλ εναντίον του Ιράν, η οποία ενέχει τον κίνδυνο σοβαρών επιπτώσεων στην παγκόσμια οικονομία αν η σύγκρουση των δύο πλευρών διαρκέσει καιρό.
Η συντριπτική πλειονότητα των αναλυτών προειδοποίησε το περασμένο Σαββατοκύριακο για τον κίνδυνο εκτόξευσης των διεθνών πετρελαϊκών τιμών -ενδεχομένως και σε τριψήφια νούμερα- καθώς η κλιμάκωση της πολεμικής σύγκρουσης δείχνει για την ώρα αναπόφευκτη οδηγώντας σε διακοπή της ομαλής ροής του πετρελαίου, των παραγώγων αυτού και του υγροποιημένου φυσικού αερίου από την πλούσια σε κοιτάσματα υδρογονανθράκων περιοχή.
Προειδοποίηση
Κομβικό παράγοντα αποτελούν τα Στενά του Ορμούζ, η στενή λωρίδα θάλασσας μεταξύ Ομάν και Ιράν από την οποία διέρχεται καθημερινά περίπου το 20% της παγκόσμιας προσφοράς αργού πετρελαίου και το 20% των δεξαμενοπλοίων που μεταφέρουν υγροποιημένο φυσικό αέριο παγκοσμίως. Η διέλευση από τα Στενά δεν είχε επίσημα απαγορευτεί, τουλάχιστον έως χθες αργά το βράδυ, από το Ιράν.
Ωστόσο οι περισσότεροι ιδιοκτήτες δεξαμενόπλοιων, οι μεγάλες πετρελαϊκές εταιρείες και οι εταιρείες εμπορίας έσπευσαν να αναστείλουν τη μεταφορά αργού πετρελαίου, καυσίμων και υγροποιημένου φυσικού αερίου μέσω αυτών καθώς φέρεται να υπήρξε προειδοποίηση από τους Φρουρούς της Επανάστασης προς τα πλοία να μην κινούνται μέσω της πλωτής οδού. Εκατοντάδες δεξαμενόπλοια μεταφοράς αργού και υγροποιημένου φυσικού αερίου παρέμεναν έτσι αγκυροβολημένα και από τις δύο πλευρές των Στενών χθες, ενώ τουλάχιστον τρία τάνκερ που βρίσκονταν στην περιοχή φέρονται να χτυπήθηκαν από πυρά αγνώστου προέλευσης.
Το κλείσιμο των Στενών εκτιμάται ότι θα μπορούσε να εμποδίσει έως και 15 εκατομμύρια βαρέλια αργού πετρελαίου ημερησίως να φτάσουν στον προορισμό τους. Ο καθαρός αντίκτυπος σε περίπτωση που χρησιμοποιηθούν εναλλακτικοί -χερσαίοι και μη- δρόμοι για τη μεταφορά του πετρελαίου εκτιμάται στην απώλεια 8-10 εκατομμυρίων βαρελιών ημερησίως. Η ποσότητα αυτή σε καμία περίπτωση δεν καλύπτεται από τη χθεσινή απόφαση των πετρελαιοπαραγωγικών χωρών του ΟΠΕΚ+ να αυξήσουν την παραγωγή τους από τον Απρίλιο κατά 206.000 βαρέλια ημερησίως, ποσότητα η οποία αντιπροσωπεύει λιγότερο από το 0,2% της παγκόσμιας ζήτησης.
Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η νορβηγική Rystad Energy -κορυφαία εταιρεία αναλύσεων στον ενεργειακό τομέα παγκοσμίως- προέβλεπε χθες την άμεση άνοδο της τιμής του πετρελαίου μπρεντ κατά τουλάχιστον 20 δολάρια στις επόμενες ώρες από το επίπεδο των 73 δολαρίων ανά βαρέλι την περασμένη Παρασκευή. Ακόμη και αν δεν κλείσουν τα Στενά του Ορμούζ, τα δεξαμενόπλοια που περνούν από αυτά θα μπορούσαν να βρεθούν αντιμέτωπα με παρεμβολές σήματος, απαγωγές σκαφών και πληρωμάτων, ρίψεις προειδοποιητικών βολών και ναρκοπέδια που θα δυσκολέψουν τη διέλευσή τους. Τέτοιου είδους διαταραχές -ή και ακόμη μικρότερες- θα είχαν τεράστιο αντίκτυπο στον παγκόσμιο πετρελαϊκό τομέα, με καθυστερήσεις, εκτροπές και αυξημένο κόστος ασφάλισης και μεταφοράς που πιθανότατα θα οδηγήσουν τις διεθνείς τιμές στα ύψη. Κοινή εκτίμηση τόσο της νορβηγικής εταιρείας όσο και των αρκετών ακόμη αναλυτών ενέργειας είναι ότι αν η σύγκρουση δεν αποκλιμακωθεί σύντομα, οι τιμές θα μπορούσαν να ξεπεράσουν σύντομα τα 100 δολάρια ανά βαρέλι.
Πρόκειται για μια άνοδο η οποία θα αυξήσει σημαντικά τα κόστη για επιχειρήσεις και νοικοκυριά σε όλον τον κόσμο, προσθέτοντας σύμφωνα με κάποιες εκτιμήσεις 0,6-0,7 ποσοστιαίες μονάδες στον παγκόσμιο πληθωρισμό και υποχρεώνοντας τις μεγάλες κεντρικές τράπεζες της υφηλίου σε σύσφιγξη της νομισματικής πολιτικής με διατήρηση ή και αύξηση των επιτοκίων τους και δυσμενείς επιπτώσεις στην οικονομική ανάπτυξη της υφηλίου.
Επιπτώσεις
Μια παρατεταμένη σύγκρουση στην περιοχή εκτιμάται ότι θα επηρεάσει περισσότερο τις μεγάλες οικονομίες της Ασίας -Κίνα, Ινδία, Ιαπωνία, Ν. Κορέα- οι οποίες απορροφούν περίπου το 84% του αργού πετρελαίου και το 83% του υγροποιημένου φυσικού αερίου που διέρχεται από τα Στενά του Ορμούζ. Οι επιπτώσεις εκτιμώνται μεγαλύτερες για την Κίνα, η οποία εισάγει περίπου το 70% του πετρελαίου του Ιράν, ειδικά σε περίπτωση που χτυπηθούν οι γραμμές παραγωγής και εφοδιασμού του τελευταίου. Από την άλλη πλευρά, το γεγονός ότι η Κίνα ανταγωνίζεται στην παγκόσμια αγορά για να αντικαταστήσει τις απώλειές της από άλλες πηγές ενέργειας, ίσως ωθήσει τις διεθνείς τιμές υψηλότερα.
Μία τέτοια εξέλιξη θέτει υπό πίεση τις κυβερνήσεις των στενά εξαρτώμενων από τις εισαγωγές ενέργειας ευρωπαϊκών χωρών. Τυχόν άνοδος των τιμών, ειδικά του υγροποιημένου φυσικού αερίου, θα αυξήσει ξανά σημαντικά το ενεργειακό τους κόστος υπονομεύοντας την ανάπτυξη των οικονομιών τους ενώ θα τις καταστήσει ακόμη πιο εξαρτημένες από τις εισαγωγές του πανάκριβου αμερικανικού LNG και τις διαθέσεις του Τραμπ. Ειδικά η ελληνική κυβέρνηση, που έχει στηρίξει ένα μεγάλο μέρος του οράματος της για μετατροπή της χώρας σε κόμβο υποδοχής του υγροποιημένου φυσικού αερίου, ίσως βρεθεί προ απροόπτων εξελίξεων.
Παράπλευρες απώλειες
Οι ΗΠΑ από την πλευρά τους, που είναι πλέον η μεγαλύτερη πετρελαιοεξαγωγική χώρα της υφηλίου, δεν φαίνεται να πλήττονται από το ενδεχόμενο αναταραχής στη ροή του πετρελαίου της Μέσης Ανατολής προς αυτές. Η άνοδος και η διατήρηση των διεθνών τιμών σε υψηλά επίπεδα θα εκτοξεύσει όμως τις εγχώριες τιμές της βενζίνης και τον πληθωρισμό μεγεθύνοντας τη δυσαρέσκεια των Αμερικανών καταναλωτών για την ακρίβεια και την οικονομική πολιτική που εφαρμόζει ο Τραμπ, λίγους μήνες πριν από τις κρίσιμες για τον Αμερικανό πρόεδρο ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου.
Εκτός των άμεσων ενεργειακών επιπτώσεων, η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή ενδέχεται να επιδεινώσει την αστάθεια στις παγκόσμιες χρηματοπιστωτικές αγορές κλονίζοντας την εμπιστοσύνη των επενδυτών. Αρκετοί αναλυτές προειδοποιούν για πιθανές «παράπλευρες απώλειες» και σκαμπανεβάσματα σε χρηματιστήρια, αγορές συναλλάγματος, ομόλογα. Βλέπουν στροφή σε ασφαλή επενδυτικά καταφύγια, όπως ο χρυσός και το ελβετικό φράγκο, ενώ θεωρούν ότι αν η πολεμική σύγκρουση παραταθεί σημαντικά οφέλη θα αποκομίσουν τόσο το δολάριο όσο και τα αμερικανικά ομόλογα.
