«Οταν πρωτοπάτησα το πόδι μου στην Πόλη –και δεν ήμουνα καν είκοσι χρονών–, είπα «εγώ εδώ γεννήθηκα» […] Η Ανατολή, πάλι, είναι ο τόπος των προγόνων μου […], «η μοίρα μας ήταν να ζούμε ανάμεσα σε δυο πατρίδες, το κορμί μας από δω, η ψυχή μας από κει». Η Θεσσαλονίκη είναι ο τόπος που με διαμόρφωσε, λειτουργεί για την προσωπικότητά μου ως διαρκής πόλος έλξης και απώθησης, και τα δύο αδιαπραγμάτευτα, θανάσιμα».
Ιδού ευθύς εξ αρχής ο Κοροβίνης μάς ειδοποιεί για τα οδόσημά του, αυτά που ως σηματοφόροι τρόπον τινά κατευθύνουν την ανάγνωσή μας. Πρόκειται για ένα βιβλίο υβριδικό, ένα «πολυσυλλεκτικό συναξάρι», όπου ενσελιδίζονται κείμενα για πρόσωπα, τόπους, γεγονότα και καταστάσεις που σχετίζονται με τους δύο βασικούς πόλους του τίτλου, τη Θεσσαλονίκη και την Κωνσταντινούπολη, τοπία καταγωγής.
Ποικιλία ειδολογική χαρακτηρίζει τα κείμενα, σύντομα δοκίμια, πορτρέτα διανοουμένων, συγγραφέων, καλλιτεχνών εν γένει, εμβληματικές πνευματικές φυσιογνωμίες και στιγμιότυπα από τη σχέση του Κοροβίνη μαζί τους, μικρά ή κάπως μεγαλύτερα διηγήματα, εξεικονίσεις διά της γραφής τόπων της Ιστορίας και της μικροïστορίας των ανθρώπων, εκφάνσεις της αστικής λαογραφίας. Η Θεσσαλονίκη δεν μπορεί να ιδωθεί και να εννοηθεί στην προσωπική μυθολογία του συγγραφέα του Γύρου του θανάτου ξεχωριστά από την Ανατολή –«Η Θεσσαλονίκη είναι μια πόλη που σε πολλά θυμίζει Ανατολή»–, ούτε, προφανώς, και η Κωνσταντινούπολη από τη μικρασιατική Ανατολία.
Η συναγωγή κειμένων του Κοροβίνη, ένα γραπτό εργόχειρο, θα μπορούσε να διαβαστεί με πολλούς τρόπους. Ως αυτοβιογραφική διαπίστευση, λόγου χάριν, των υλικών με τα οποία υφάνθηκε η επιφάνεια της γραφής και μέσω των οποίων συγκροτήθηκε η ταυτότητά του, αφού περί ταυτοτήτων ο λόγος όταν συζητούμε για «προσωπική μυθολογία». Αγωνιών για τα ριζώματά του, σε τόπους και σε ανθρώπους –τίποτα το ανθρώπινο δεν του είναι ξένο–, δεν διστάζει με υψηλό φρόνημα να διατρανώσει τον ανθρωποκεντρισμό και τον ανθρωπισμό του, την πρόκριση στην αποδοχή του άλλου και του αλλού και της διαφορετικότητας, το ήθος του, δηλαδή να διαφυλάξει τα δικά του πράγματα, τόπους και ανθρώπους, τα ενδιαιτήματά του με τρυφερότητα και σχεδόν λυγμική ευσπλαχνία.
Επειτα και συγχρόνως, το ανά χείρας βιβλίο του συγγραφέα των Ζεïμπέκων της Μικράς Ασίας θα μπορούσε να διαβαστεί ως οδοιπορικό στη σκευή της μνήμης, χωρίς ούτε στιγμή να χάνεται ο στόχος: όσα τον μεγάλωσαν και τον σφράγισαν βρίσκονται αναπαυτικά εγκατεστημένα στις θύμησές του, ώστε να εκβάλλουν σε κατορθωμένη γραφή – η γραφή σώζει και (δια)σώζει. Πρόκειται για μνήμη της οποίας άμβωνας είναι το απτό, το βίωμα. Ετσι, «τις πόλεις τις μαθαίνουμε από κάτω προς τα πάνω, κι όχι ανάποδα, εν τέλει τις βιώνουμε πιο βαθιά με την αίσθηση του αυτοδίδακτου ως μπούσουλα και τη διάθεση να αφεθείς στους κυματισμούς της ζωής, να φτάσεις ώς τον πάτο της τραγωδίας, ώς τις εσχατιές της αυτοταπείνωσης για να ανοίξει έστω μια μικρή χαραμάδα στην αυλαία του ουρανού, να υψωθείς, να ξορκίσεις μια στιγμή τη θνητή σου μοίρα και να καγχάσεις για των πάντων τη ματαιότητα».
Από αυτή την άποψη, διαβάζουμε ένα οδοιπορικό στα πάθη των ανθρώπων, ενάρετων και συγχρόνως αμαρτωλών, αφού η αμαρτία είναι το άλας της ζωής, και των πραγμάτων, όσα στην ιδιωτική πινακοθήκη στη μνήμη του Κοροβίνη έχουν εγκιβωτιστεί. Τη Μηχανιώνα, την πρώτη του πατρίδα, λόγου χάριν, τη Θεσσαλονίκη του Αλμπέρτου Ναρ, του Ιωάννου, του Χριστιανόπουλου, της αγοράς Μοδιάνο, του Γεντί Κουλέ, την Κωνσταντινούπολη των Ελληνίδων της Πόλης, του Γιλμάζ Γκιουνέι, του ασίκη Νεσιμί Τσιμέν, του Ζάππειου Παρθεναγωγίου, του Γαλατά, τη Θεσσαλονίκη, πάλι, του Μανόλη Αναγνωστάκη –«δεν βολευόταν πουθενά»–, τη Χαλκιδική, την Ανω Πόλη, τον Δ.Ν. Μαρωνίτη – «δάσκαλος επιστήθιος που μου φώτισε μιαν άλλη αλφαβήτα του κόσμου», αυτήν ακριβώς, τη δική του αλφαβήτα του κόσμου, που ο φιλόλογος Κοροβίνης, μεταξύ άλλων: συνθέτης, στιχουργός και ερμηνευτής λαïκών τραγουδιών, μας εμπιστεύεται σαν την ψίχα της δικής του μεταλαβιάς.
Ο Κοροβίνης βιογραφεί τις πόλεις του ως αυτοδίδακτος, δηλαδή ως αναγνώστης, αφού κάθε αναγνώστης είναι ένας αιώνια αυτοδίδακτος. Ετσι, το βιβλίο του μπορεί να αντιμετωπιστεί και ως δοκιμή οδοιπορίας – «Η σύγχρονη Κωνσταντινούπολη, αγαπητοί φίλοι, δεν εξαντλείται ούτε με μια ούτε με δυο ούτε με δέκα επισκέψεις». Οδοιπορεί ο Κοροβίνης, ένας αιρετικός της γραφής, ανάμεσα στη μαγεία που προξενεί το παρελθόν και στην απορία που φέρνει το παρόν της Κωνσταντινούπολης, αλλά και της Θεσσαλονίκης, ανάμεσα στο κατάδικό του παρελθόν και στο παρόν, σε μια συγκινημένη και συγκινητική διαδρομή αυτογνωσίας.
